Αυτό που συνέβη, όμως, κάτω από την ανάρτησή της, είναι πια κοινός τόπος. Μπορεί να συμβεί σε όλους. Και, τελευταία, συμβαίνει κατά κόρον. Το πού πήγαμε, τι κάναμε και πώς το κάναμε, μπαίνει στο μικροσκόπιο, και συχνά, γίνεται πεδίο ανάκρισης και σύγκρουσης από γνωστούς και αγνώστους. Ξαφνικά, έχουμε γίνει ο ένας μπάστακας στη ζωή του άλλου.
Μας κατανοώ, όμως. Η καχυποψία και ο θυμός έχουν βαρέσει κόκκινο, γιατί τους το επιτρέπουν οι συνθήκες. Βαδίζουμε προς το τέλος της πανδημίας, χωρίς να αισθανόμαστε ότι φτάνει το τέλος. Κι εκεί που περιμένουμε να μας βγάλουν το κεφάλι απ’ το καζάνι για ν’ αναπνεύσουμε, μας λένε κρατήστε το λίγο ακόμα μέσα.
Μετακινήσεις μόνο εντός δήμου, με όριο τα δύο χιλιόμετρα. Δεν νομίζω ότι υπάρχει πιο σκληρό πράγμα, ειδικά για τον κάτοικο μιας μεγαλούπολης, να τον περιορίσεις στο στενό πλαίσιο της γειτονιάς του. Να του αφαιρέσεις την ελευθερία να μετακινηθεί λίγο παραπέρα, να κάνει έναν περίπατο στον Εθνικό Κήπο, να πεζοπορήσει σ’ ένα κοντινό βουνό, να κάνει μια βόλτα γύρω απ’ την Ακρόπολη ή να κατέβει στη θάλασσα.
Δεν είμαι ειδικός για να ξέρω ποιο μέτρο είναι το σωστότερο, αλλά ως πολίτης που ακολουθεί τις υποδείξεις τους, μπορώ να έχω άποψη για το ποιο μέτρο είναι λειτουργικό και ποιο όχι. Κι αυτό που διαπιστώνω καθημερινά, τελευταία, είναι ότι ο χιλιομετρικός περιορισμός γεμίζει τη γειτονιά μου ασφυκτικά και δημιουργεί συνωστισμό, μεγαλύτερο από πριν. Την ίδια στιγμή, έχει οξύνει περισσότερο τα ήδη τεταμένα νεύρα μας κι έχει γιγαντώσει τη δυσπιστία μας απέναντι στους άλλους. Εκείνος που μπορεί να μετακινηθεί λίγο μακρύτερα, ο προνομιούχος, γίνεται στα μάτια μας ύποπτος.
Πώς πήγε η Μενεγάκη στη Βαρβάκειο; Πώς έφτασε ο Πέτρος από την Κηφισιά στην Πλάκα; Πώς βρέθηκε η Κατερίνα η Νεοσμυρνιώτισσα στη Γλυφάδα; Ερωτήματα των ημερών, επί της ουσίας ανόητα, προερχόμενα όμως απ’ τα βάθη του ζορισμένου είναι μας. Το οποίο λαχταρά να εκτονωθεί. Κι αν δεν του το επιτρέψουν σύντομα με κάποιο τρόπο, θα εκτονώνεται όλο και πιο άγαρμπα, με τους λάθος τρόπους.
