Προθεσμίες, νέοι δασμοί, αντίμετρα και ασταμάτητες διαπραγματεύσεις συνθέτουν το ζήτημα των δασμών, το οποίο όσο περνάει ο καιρός περιπλέκεται αντί να λύνεται. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η απόφαση βρίσκεται ξεκάθαρα στην πλευρά των ΗΠΑ, κάτι που διαφάνηκε και στη συνέντευξη Τύπου της Κομισιόν την Παρασκευή.
Ο Ολαφ Γκιλ, εκπρόσωπος Τύπου της Κομισιόν για θέματα εμπορίου, δήλωσε ότι η ΕΕ είναι έτοιμη για μια συμφωνία και το μόνο που απομένει είναι να συμφωνήσει και η αμερικανική πλευρά. «Προτεραιότητά μας είναι να επιτύχουμε συμφωνία επί της αρχής με τις ΗΠΑ. Παραμένουμε έτοιμοι να το κάνουμε αυτό και περιμένουμε κάποια ένδειξη από τους αμερικανούς ομολόγους μας ότι είναι έτοιμοι να κάνουν το ίδιο», τόνισε.
Οι εξελίξεις αναμένονται, εκτός απροόπτου, μέσα στις επόμενες τρεις ημέρες, ενώ κορυφαίος ευρωπαίος αξιωματούχος, κατά την ενημέρωση των δημοσιογράφων για το επικείμενο Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων με αποκλειστικό αντικείμενο τους δασμούς, δήλωσε ότι «ο αμερικανός πρόεδρος είναι απρόβλεπτος και κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για την έκβαση της εμπορικής συμφωνίας», μετέδωσε η ανταποκρίτρια του ΑΠΕ-ΜΠΕ από τις Βρυξέλλες, Ελενα Αποστολίδου.
Αντίστροφα μετρά ο χρόνος για τα αντίμετρα της ΕΕ
Οι συνεχείς αλλαγές στις καταληκτικές ημερομηνίες αλλά και στα μεγέθη των δασμών φαίνεται πως έχουν δημιουργήσει μια πολυπλοκότητα γύρω από τις συζητήσεις για τους κλάδους που θα πληγούν ή θα εξαιρεθούν, τη στιγμή μάλιστα που μετρά αντίστροφα ο χρόνος για την επιβολή των αντίμετρων της ΕΕ στους αμερικανικούς δασμούς. Η αναστολή του πρώτου καταλόγου των αντιμέτρων της ΕΕ πρόκειται να λήξει τα μεσάνυχτα της Δευτέρας.
«Θα παρατείνουμε την αναστολή αν χρειαστεί, ενώ θα συνεχίσουμε να επιδιώκουμε καλά αποτελέσματα στις συνομιλίες μας με τις ΗΠΑ», ήταν η απάντηση της Κομισιόν, η οποία φαίνεται να μην επικεντρώνεται αποκλειστικά σε αυτό. «Εάν ληφθεί πολιτική απόφαση για την παράταση της αναστολής, τότε θα την παρατείνουμε. Δεν υπάρχει καμία δυσκολία να το κάνουμε αυτό», δήλωσε ο κ. Γκιλ.
Η ΕΕ επικεντρώνεται ξεκάθαρα σε μια συμφωνία με τις ΗΠΑ για τη μη επέκταση των δασμών. Ο χρόνος φαίνεται πως κυλάει αντίστροφα, με τον Ολαφ Γκιλ να δηλώνει με νόημα στην έναρξη της συνέντευξης: «Ας δούμε τι θα συμβεί όταν οι φίλοι μας στην Ουάσιγκτον ξυπνήσουν, σε λίγες ώρες από τώρα».
DBRS: Αβέβαιη η κατάληξη με την ΕΕ
Η πιθανότητα επίτευξης μιας «κατ’ αρχήν συμφωνίας» ΕΕ-ΗΠΑ παραμένει στο τραπέζι, με στόχο την αποφυγή περαιτέρω αύξησης των δασμών και τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων. Ωστόσο, όπως επισημαίνει ανάλυση του οίκου DBRS, αν δεν υπάρξει συμφωνία, η επιβολή επιπλέον δασμών έως και 20% ή και υψηλότερων παραμένει πιθανή και η ΕΕ θα απαντήσει με επιπλέον δασμό 5% σε αμερικανικά προϊόντα.
Σε αυτό το αρνητικό σενάριο, η ευρωπαϊκή οικονομία ενδέχεται να επιβραδυνθεί, γεγονός που θα δυσκολέψει περαιτέρω τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης. Ο συνδυασμός της ασθενέστερης ανάπτυξης με τις αυξημένες αμυντικές δαπάνες λόγω των στόχων του ΝΑΤΟ μπορεί να επιβαρύνει τον λόγο χρέους προς ΑΕΠ, ειδικά για χώρες που ήδη αντιμετωπίζουν δημοσιονομικές πιέσεις, σύμφωνα με τον οίκο.
Οι πρώτες επιπτώσεις των δασμών
Παρά τις καθυστερήσεις στην πλήρη εφαρμογή των δασμών, οι επιπτώσεις είναι ήδη ορατές. Μετά την ανακοίνωση των νέων μέτρων την «Ημέρα της Ανεξαρτησίας», η κυβέρνηση Τραμπ προχώρησε αρχικά σε 90ήμερη αναστολή και εν συνεχεία επέβαλε προσωρινό δασμό 10% στα περισσότερα εισαγόμενα προϊόντα — με εξαιρέσεις στα φαρμακευτικά και στους ημιαγωγούς. Για συγκεκριμένους τομείς, όπως ο χάλυβας, το αλουμίνιο και τα αυτοκίνητα, οι δασμοί έφτασαν έως και το 50%.
Το αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακό: μόνο τον Μάιο, τα έσοδα των ΗΠΑ από δασμούς ανήλθαν στα 24,18 δισ. δολάρια, ανεβάζοντας τον μέσο αποτελεσματικό δασμολογικό συντελεστή στο 8,8% – το υψηλότερο επίπεδο εδώ και χρόνια. Η Γερμανία, λόγω της ισχυρής αυτοκινητοβιομηχανίας της, βρέθηκε στο στόχαστρο με συντελεστή 11,4%. Αντίστοιχα αυξημένοι ήταν οι συντελεστές και για τη Γαλλία (6,4%), την Ιταλία (8%) και την Ισπανία (9,2%).
Αξιοσημείωτο είναι ότι οι εξαγωγές από την ΕΕ προς τις ΗΠΑ αυξήθηκαν πριν από την εφαρμογή των δασμών, καθώς οι εταιρείες προσπάθησαν να προλάβουν τα νέα μέτρα. Ωστόσο, αμέσως μετά την ενεργοποίησή τους, οι εισαγωγές επανήλθαν στα προηγούμενα επίπεδα.
Πιέσεις στις τέσσερις μεγάλες οικονομίες της ευρωζώνης
Η DBRS εστιάζει στην επίπτωση που θα έχουν οι αυξημένοι δασμοί στις τέσσερις μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρώπης – Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία και Ισπανία. Σε ένα σενάριο δασμών 20%, εκτιμάται ότι η απώλεια ΑΕΠ μέχρι το 2027 θα φτάσει:
- 0,8% για τη Γερμανία
- 0,6% για τη Γαλλία και την Ιταλία
- 0,4% για την Ισπανία
Η κορύφωση αυτών των επιπτώσεων αναμένεται την περίοδο 2026-2027, με τη συνολική επίδραση να παραμένει σταθερή στη συνέχεια. Παρά τις πιέσεις, υπάρχουν και παράγοντες που μπορούν να μετριάσουν τις συνέπειες. Η ΕΕ έχει δείξει τα τελευταία χρόνια ότι μπορεί να στηρίξει τα κράτη-μέλη της απέναντι σε εξωτερικά σοκ. Παράλληλα, η ΕΚΤ διατηρεί τη δυνατότητα χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής, εφόσον οι πληθωριστικές πιέσεις το επιτρέψουν.
Σε εθνικό επίπεδο, η Γερμανία έχει περιθώριο δημοσιονομικής παρέμβασης μέσω επενδύσεων σε υποδομές και άμυνα, ενώ Ιταλία και Γαλλία, αν και εκτεθειμένες στην αγορά των ΗΠΑ, εξάγουν προϊόντα με σχετικά υψηλή ανθεκτικότητα σε δασμολογικές μεταβολές.
Ωστόσο οποιαδήποτε κρατική στήριξη θα συνεπάγεται δημοσιονομικό κόστος, ιδίως σε συνδυασμό με τις αυξημένες αμυντικές δαπάνες, κάτι που θα μπορούσε να δυσκολέψει περαιτέρω την αποκλιμάκωση του χρέους και τη σταθεροποίηση των ελλειμμάτων.
