Σε αντίθεση με την ονομασία της, η έρημη λωρίδα γης που χωρίζει τη Βόρεια από τη Νότια Κορέα είναι μια από τις πιο στρατιωτικοποιημένες περιοχές του πλανήτη. Περικυκλωμένη από συρματοπλέγματα και γεμάτη νάρκες, η περιοχή περιστοιχίζεται από χιλιάδες πυροβόλα όπλα, που στοχεύουν και προς τις δύο κατευθύνσεις.
Η αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη (DMZ) της κορεατικής χερσονήσου δημιουργήθηκε το 1953, μετά το τέλος του πολέμου της Κορέας, με στόχο να κρατήσει χωριστά τους δύο στρατούς. Εκατοντάδες χωριά εντός της έπρεπε να εκκαθαριστούν, αναγκάζοντας χιλιάδες χωρικούς να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους. Αλλά δύο μικρά χωριά παρέμειναν αναλλοίωτα, όπως αναφέρει ρεπορτάζ του BBC.
Το χωριό Ελευθερία, στα νότια της γραμμής κατάπαυσης του πυρός, και το χωριό Ελπίδα στα βόρεια, αποτελούσαν φάρους ελπίδας ότι η DMZ ήταν μια προσωρινή κατάσταση μέχρι τη μελλοντική ενοποίηση της Κορέας. Η προοπτική αυτή έχει σχεδόν εξανεμιστεί 70 χρόνια μετά το τέλος του πολέμου και ο αριθμός των κατοίκων της Ελευθερίας μειώνεται, αφού οι ηλικιωμένοι πεθαίνουν και οι νέοι φεύγουν.
Η ζωή των ελάχιστων κατοίκων του χωριού είναι γεμάτη κινδύνους. Οταν ο αμερικανός στρατιώτης Τράβις Κινγκ πέρασε τρέχοντας μέσω της DMZ από τη Νότια στη Βόρεια Κορέα πέρυσι, τα ελάχιστα παιδιά του σχολείου στο χωριό εστάλησαν επειγόντως στα σπίτια τους και επιβλήθηκε απαγόρευση κυκλοφορίας.
Για να φτάσει κανείς στην Ελευθερία –Ταεσούνγκ στα κορεατικά– πρέπει να περάσει πολλαπλά σημεία ελέγχου. Οδηγώντας προς τα βόρεια, περνώντας από ατελείωτες σειρές τεθωρακισμένων τανκς, αντικρίζεις ένα τοπίο με δεκάδες χρυσούς ορυζώνες και στο τέλος τους ένα μικρό σύμπλεγμα σπιτιών. Χωρίς εστιατόρια, ιατρικές εγκαταστάσεις ή καταστήματα, οι κάτοικοι του χωριού, πολλοί άνω των 80 ετών, ζουν υπό τη φρουρά 800 στρατιωτών.
Γεννημένη πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, η 85χρονη Κιμ Ντονγκ-Ρέι θυμάται σφαίρες να περνούν από τα παράθυρα του πατρικού της σπιτιού τη νύχτα, όταν το χωριό βρέθηκε εν μέσω πυρών στη διάρκεια των εχθροπραξιών. Η Κιμ έχει θάψει ήδη δύο από τα έξι παιδιά της, καθώς και τον σύζυγό της, που πέθανε νέος, έχοντας δεχθεί πυροβολισμούς στο στομάχι από στρατιώτη της Βόρειας Κορέας.
Μεγάλωσε τα παιδιά της μόνη της, σε συνθήκες μόνιμης εγρήγορσης και συναγερμού, τις οποίες συνήθισε με το πέρασμα των δεκαετιών. Αρχικά υπήρχε μόνο ένα λεωφορείο την εβδομάδα για να τους βγάζει από την DMZ, οπότε όταν έφευγε ένα Σαββατοκύριακο για ποτό και χορό ήταν αναγκασμένη να παραμείνει εκτός χωριού μέχρι την επόμενη Παρασκευή. Με τρία λεωφορεία την ημέρα πια, η Κιμ ταξιδεύει μία φορά κάθε δίμηνο για να πάει στο κομμωτήριο.
Αναζητώντας βελανίδια για να φτιάξει σούπα, κάποια στιγμή εντόπισε βορειοκορεατικά στρατεύματα μέσα στην DMZ και, φοβισμένη, άρχισε να ουρλιάζει και να τρέχει προς το σπίτι της. Η κυρία Χονγκ, φίλη της Κιμ, αιχμαλωτίστηκε από στρατιώτες της Βόρειας Κορέας το 1997, όταν κατά λάθος πέρασε τα σύνορα μαζεύοντας βελανίδια. Κρατήθηκε αιχμάλωτη για τρεις ημέρες. Τώρα η Κιμ είναι πιο ήρεμη, καθώς στις εξόδους της συνοδεύεται από ένοπλους στρατιώτες.
Το χωριό τελεί υπό τη Διοίκηση των Ηνωμένων Εθνών, μια δύναμη κυανόκρανων με στρατιώτες από 12 χώρες και υπό αμερικανική ηγεσία, που είναι υπεύθυνη για την τήρηση της 70χρονης εκεχειρίας. Ελλείψει δεσμευτικής ειρηνευτικής συμφωνίας μεταξύ των δύο κορεατικών χωρών, οι κάτοικοι του Ταεσούνγκ βρίσκονται στην πρώτη γραμμή των διαρκών εντάσεων.
Τον περασμένο Νοέμβριο οι δύο πλευρές επανεξόπλισαν τα στρατεύματά τους εντός της DMZ, μετά την κατάρρευση μιας συμφωνίας για διατήρηση της ειρήνης. Ακολούθως, στις αρχές της φετινής χρονιάς, ο ηγέτης της Βόρειας Κορέας, Κιμ Γιονγκ Ουν, χαρακτήρισε τη Νότια Κορέα υπ’ αριθμόν ένα εχθρό του και δήλωσε ότι η ειρηνική επανένωση των δύο χωρών είχε καταστεί αδύνατη.
Ο αμερικανός αντισυνταγματάρχης Κρις Μερκάντο ηγείται του επίλεκτου τάγματος που παρέχει ασφάλεια στο χωριό. Οι στρατιώτες του περιπολούν νυχθημερόν και συνοδεύουν μονίμως τους αγρότες του χωριού, ακόμη και όταν καλλιεργούν τις σοδειές τους. Βρίσκονται πάντα σε ετοιμότητα για να μεταφέρουν τον πληθυσμό του Ταεσούνγκ κοντά στα νοτιοκορεατικά σύνορα, αν υπάρξει η παραμικρή απειλή.
Με οικογένειες από τη Βόρεια Κορέα να δραπετεύουν τακτικά διά θαλάσσης στον Νότο, οι βορειοκορεάτες συνοριοφύλακες είναι σε κατάσταση μόνιμου συναγερμού και κάθε κίνηση μέσα στο χωριό παρακολουθείται στενά. Χωρίς φυσικά εμπόδια, όπως φράχτες, η μόνη ένδειξη των συνόρων με τη Βόρεια Κορέα είναι μια παλιά σκουριασμένη πινακίδα μέσα σε ένα πυκνό κουβάρι δέντρων και θάμνων.
Στη διάρκεια της ημέρας μόνο οι ήχοι των τρακτέρ και τα γαβγίσματα των στρατιωτικών σκύλων ακούγονται. Μόλις πέσει η νύχτα οι κάτοικοι εξαφανίζονται στα σπίτια τους. Χρειάζονται άδεια για να μετακινηθούν μετά τις 7 μ.μ. και η κυκλοφορία απαγορεύεται μετά τα μεσάνυχτα. Οι στρατιώτες χτυπούν τις πόρτες των κατοίκων κατά τη βραδινή καταμέτρηση, αλλά η διαδικασία είναι τυπική, καθώς κάμερες παρακολούθησης καταγράφουν τα πάντα.
Ως αντιστάθμισμα αυτών των συνθηκών φυλακής υψίστου ασφαλείας, σημαντικά προνόμια προσφέρονται στους χωρικούς ώστε να πειστούν να παραμείνουν στο χωριό. Δεν πληρώνουν φόρους ή ενοίκιο και η ακραία απομόνωσή τους συνοδεύεται από την παροχή άφθονης γεωργικής γης. Τα κομμάτια της καλλιέργειάς τους που δεν καταφέρνουν να πουλήσουν τα αγοράζει το κράτος.
Τα μαθήματα στο υπερσύγχρονο δημοτικό σχολείο του χωριού παρακολουθούν και παιδιά που μεταφέρονται από άλλα χωριά στα σύνορα της Νότιας Κορέας. Από την ταράτσα του σχολείου μπορεί κανείς να διακρίνει το απέναντι χωριό, Ειρήνη –Κιζόνγκ στα κορεατικά–, που παρέμεινε στη βορειοκορεατική πλευρά της DMZ το 1953 για τους συμβολικούς λόγους μιας πιθανής επανένωσης. Αλλά σύμφωνα με τους αμερικανούς στρατιώτες, το χωριό παραμένει εδώ και δεκαετίες έρημο.
Με το πέρασμα του χρόνου το όνειρο της επανένωσης της Κορέας φθίνει. Ο Βορράς έχει επίσημα εγκαταλείψει τον στόχο και ένας διαρκώς αυξανόμενος αριθμός Νοτιοκορεατών δεν την επιθυμεί πια. Αυτή η πραγματικότητα μειώνει σημαντικά τις προσπάθειες της δύναμης του ΟΗΕ να πείσει πολίτες να ζήσουν στο μεθοριακό χωριό.
Καθώς η επανένωση της χώρας μετατρέπεται καθημερινά σε ουτοπικό όνειρο, το χωριό που εκφράζει τον συμβολισμό της χάνει καθημερινά τον λόγο ύπαρξής του. Οταν και οι τελευταίοι ηλικιωμένοι κάτοικοί του φύγουν από τη ζωή, το Ταεσούνγκ θα μαραζώσει και μοιραία θα εγκαταλειφθεί στα βάθη της ιστορικής μνήμης.
