Πέρασαν 16 μήνες από τη μέρα που ο Γιούργκεν Κλοπ αποχώρησε από τη Λίβερπουλ – συνάμα και από την «πρώτη γραμμή» της προπονητικής. Επειτα από 25 χρόνια στα οποία το ποδόσφαιρο ήταν η μόνη του έννοια και γέμιζε κάθε λεπτό της καθημερινότητάς του στη Μάιντς, στην Ντόρτμουντ και στον σύλλογο όπου βίωσε τους μεγαλύτερους θριάμβους του, ο γερμανός τεχνικός είναι πλέον (από τον περασμένο Ιανουάριο) global head of soccer της Red Bull, της γνωστής πολυεθνικής εταιρείας που κατέχει έξι ποδοσφαιρικές ομάδες σε έξι διαφορετικές χώρες.
Κάτι σαν σύμβουλος, δηλαδή. Ενας «γκουρού» του αθλήματος, ο οποίος μοιράζεται τη γνώση και την εμπειρία του με τους ανθρώπους που ορίζουν τις τύχες της Λειψίας (γερμανική Μπουντεσλίγκα), της Ζάλτσμπουργκ (αυστριακή Μπουντεσλίγκα), της Παρί FC (γαλλική λίγκα), των Νιού Γιόρκ Ρεντ Μπουλς (MLS), της Ρεντ Μπουλ Μπραγκαντίνο (Βραζιλία) και της Ομίγια Αρντίτζα (Β’ Κατηγορία Ιαπωνίας). Πληρώνεται αδρά. Αλλά πού είναι εκείνη η αδρεναλίνη, εκείνες οι έντονες συγκινήσεις που βίωνε από τα 34 μέχρι τα 57 του χρόνια; Οι θρίαμβοι δεν είναι, πια, δικοί του. Ούτε οι αποτυχίες. Για έναν ποδοσφαιρικό εφευρέτη όπως ο Κλοπ, η δημιουργική ανησυχία είναι τρόπος ζωής.
Δεν του λείπουν όλα αυτά; «Καθόλου», διαβεβαίωσε τον δημοσιογράφο του Athletic, Ανταμ Κράφτον, ο οποίος τον συνάντησε στις αθλητικές εγκαταστάσεις των Νιού Γιόρκ Ρεντ Μπουλς στο Νιού Τζέρσι λίγες ώρες πριν από το ντέρμπι με τη Νιού Γιόρκ Σίτι. Αντιθέτως, είναι πολύ χαρούμενος με τη νέα του ζωή. Και, όπως είπε, δεν σκοπεύει να επιστρέψει στο ποδόσφαιρο ως προπονητής. «Το έζησα, το απόλαυσα, φτάνει».
Διαβάζοντας στα μάτια του ρεπόρτερ την απορία του, ο Κλοπ ένιωσε την ανάγκη να του εξηγήσει: «Τα 25 τελευταία χρόνια παρευρέθηκα σε γάμο μόνο δύο φορές. Ο ένας ήταν ο δικός μου. Ο άλλος, πριν από δύο μήνες. Στο ίδιο χρονικό διάστημα πήγα στον κινηματογράφο τέσσερις φορές – όλες μέσα στις οκτώ τελευταίες εβδομάδες. Επισκέφθηκα πολλές χώρες ως προπονητής, αλλά δεν είδα τίποτα από αυτά τα μέρη. Μόνο το ξενοδοχείο στο οποίο μέναμε, το γήπεδο και τον χώρο της προπόνησης. Τώρα απολαμβάνουμε (με τη σύζυγό του, Ούλα) τις απλές χαρές της ζωής, παίζουμε με τα εγγόνια μας, κάνουμε τα σπορ που μας αρέσουν.
Αυτό ήταν, εξαρχής, το σχέδιο. Το 2001 είχε πει στην Ούλα -τότε δεν είχαν παντρευτεί ακόμη- ότι θα εργαζόταν απερίσπαστος για 25 χρόνια, κι έπειτα θα σταματούσε τη δουλειά ως head coach. Το μόνο που, ίσως, δεν μπορούσε να φανταστεί ο μεθοδικός Γερμανός, ήταν η επιτυχία που τον περίμενε. Οτι θα αποχωρούσε ως ένας από τους πιο σημαντικούς και επιτυχημένους προπονητές που γνώρισαν τα γήπεδα, κατακτητής σπουδαίων τίτλων και επινοητής του «heavy metal football», που θα είναι για πάντα το αποτύπωμά του στο παιχνίδι. Γνωστό και ως «gegenpressing».
«Θα βρεις καριέρες πιο επιτυχημένες από τη δική μου», είπε στο Athletic με τη χαρακτηριστική του σεμνότητα, «αλλά τα έζησα όλα». Είναι καιρός να χαρεί όσα στερήθηκε, και το κυριότερο από αυτά είναι η ελευθερία που του προσφέρει η νέα του δουλειά. «Μπορώ να φύγω από την προπόνηση προτού τελειώσει. Μπορώ να πάω διακοπές, και να αποφασίσω εγώ -δηλαδή η Ούλα (γελάει)- πότε θα το κάνουμε. Οχι η Πρέμιερ Λιγκ, ή η Μπουντεσλίγκα».
Δείχνει νεώτερος και ανανεωμένος, σχολιάζει ο Κράφτον που τον συνάντησε. Είναι χαρούμενος που εξακολουθεί να εργάζεται στο ποδόσφαιρο, σε ένα περιβάλλον που του αρέσει πολύ και γνωρίζει όσο λίγοι, μάλιστα χωρίς τις βαριές αλυσίδες της παλιάς του δουλειάς: του προπονητή ενός από τους μεγαλύτερους και πιο απαιτητικούς συλλόγους της Ευρώπης. «Ζούσα όπως ζουν όλοι όσοι κατέχουν αυτή τη θέση σε μια μεγάλη ομάδα. Ολα για τη δουλειά. Αν δεν λειτουργείς με αυτόν τον τρόπο, είναι αδύνατον να πετύχεις. Μόνο ο Πεπ (Γκουαρντιόλα) κατάφερε να βελτιωθεί στο γκολφ – εγώ δεν είχα ούτε λεπτό για να παίξω. Να, γιατί είναι ιδιοφυΐα. Ενώ εγώ, όχι (γελάει)».
Στη Red Bull σχεδιάζει τη φιλοσοφία του παιχνιδιού των ομάδων της, τις μεθόδους προπόνησης και τη στρατηγική στις μεταγραφές. Πλέον, ούτε οι οπαδοί τον αποθεώνουν (αντιθέτως, στη Γερμανία λένε ότι ο ρομαντικός του ποδοσφαίρου, Κλοπ, έγινε υπηρέτης μιας επιχείρησης), ούτε τα media κρέμονται από τα χείλη του (στο Λίβερπουλ ήταν υποχρεωμένος να εμφανίζεται σε μια ντουζίνα συνεντεύξεις Τύπου την εβδομάδα). Αλλά τίποτα από αυτά δεν του έχει λείψει. Ούτε, καν, οι άνθρωποι που δούλευαν μαζί του. Αυτοί που συχνά αποκαλούσε «οικογένεια».
Από το καλοκαίρι του 2024, που έφυγε από το Λίβερπουλ, επέστρεψε στο «Ανφιλντ» μόνο μια φορά: στο τελευταίο ματς της περασμένης σεζόν, όταν η παλιά του ομάδα παρέλαβε το τρόπαιο της Πρέμιερ Λιγκ. «Ημουν πολύ χαρούμενος για τις επιτυχίες της, για τον τρόπο με τον οποίο έπαιζε, παρακολούθησα (από την TV) κάποια από τα παιχνίδια της, αλλά όχι, δεν ανυπομονούσα να έρθει το Σάββατο. Δεν ήξερα, καν, τι ώρα αρχίζουν οι αγώνες της», εκμυστηρεύθηκε στο Athletic.
Κι όμως, ο Κλοπ λείπει πολύ στο κοινό της Λίβερπουλ, παρότι ο διάδοχός του, Αρνε Σλοτ, κατέκτησε τον τίτλο στην πρώτη του, κιόλας, σεζόν στην Αγγλία. Το όνομά του θα μνημονεύεται για πάντα δίπλα σε εκείνα του Μπιλ Σάνκλι, του Μπομπ Πέισλι και του Κένι Νταλγκλίς.
