Αλλά και με τους συλλόγους στους οποίους αγωνίστηκε, ως «φουνταριστή», σάρωσε τους τίτλους: τρία ευρωπαϊκά τρόπαια (δυο με τη Βουλιαγμένη κι ένα με τον Ολυμπιακό) και τρία Σούπερ Καπ Ευρώπης (επίσης, δυο με τη Βουλιαγμένη κι ένα με τον Ολυμπιακό). Αν προσμετρήσουμε και 11 κερδισμένα πρωταθλήματα Ελλάδας, δυο Κύπελλα Ελλάδας και ένα Κύπελλο Ισπανίας (με την Αλκορκόν), καμία άλλη ελληνίδα αθλήτρια δεν έχει να επιδείξει τόσες Κούπες (20).
Η Ασημάκη, που έκλεισε τα 32 τον περασμένο Ιούνιο, αποχαιρέτησε το πόλο ως η πρώτη σκόρερ όλων των εποχών στην Α’ κατηγορία (736 γκολ) και η δεύτερη στα χρονικά της Εθνικής (527 γκολ), με ένα συγκινητικό σημείωμά της που δημοσίευσε στο Contra.gr. Αναφέρει, μεταξύ άλλων: «Ετσι κι αλλιώς, σκόπευα να κλείσω το κεφάλαιο της Εθνικής ομάδας εφέτος. Μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Τόκιο, που αναβλήθηκαν λόγω της πανδημίας. Ο αποχαιρετισμός μου από το άθλημα -και όχι μόνο από την Εθνική- δεν πήρε παράταση για έναν χρόνο. Το λέω τώρα το “αντίο'”. Συγκινημένη για όσα έχω ζήσει, ευχάριστα και δυσάρεστα. Για όσα κέρδισα, μέσα κι έξω απ’ το νερό. Γι’ αυτά που έμαθα και για όσα πρόσφερα. Φεύγω γεμάτη! Αυτό είπα κι εκείνη την ημέρα του τελικού, στον Λαιμό. Κοίταξα ψηλά και είπα “ευχαριστώ!” με μεγάλη ανακούφιση. Σκέφτηκα “το έκανα, το έζησα! Τα κατάφερα!”. Νιώθω ευγνωμοσύνη για όλα».
Ερωτεύτηκε την πισίνα από τεσσάρων ετών κοριτσάκι, όταν οι γονείς της την έγραψαν στον σύλλογο της περιοχής τους (Καλαμάκι). Στην αρχή ως παιχνίδι. Ούτε ο πατέρας της, ούτε η μητέρα της, υπήρξαν αθλητές. Κανείς δεν την πίεσε να ασχοληθεί με τον αθλητισμό. Η ίδια, όμως, ένιωθε ευτυχισμένη κάτω από το νερό. Οι προπονητές της την ενθάρρυναν να ασχοληθεί με τη συγχρονισμένη κολύμβηση, όμως την κέρδισε το πόλο. Δεν υπήρξε «παιδί – θαύμα». Πρωτόπαιξε στην Α’ Κατηγορία στα 19 της, σε σχετικά προχωρημένη ηλικία. Το οτι έφτασε να γίνει μία από τις πιο εμβληματικές μορφές της υδατοσφαίρισης γυναικών, παγκοσμίως, και να λάβει μέρος σε πέντε Παγκόσμια και πέντε Ευρωπαϊκά Πρωταθλήματα, καθώς και στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Πεκίνου, το οφείλει -πρωτίστως- στην εργατικότητα και το πείσμα της. Στην (αυτο)πεποίθησή της πως «όλα τα μπορεί».
Για την πρόθεσή της να αποσυρθεί από τη δράση δεν είχε μιλήσει σε κανέναν. Αλλωστε, το αποφάσισε λίγο πριν από το τελευταίο της παιχνίδι: «Από τη στιγμή που έστριψα το κλειδί στο αυτοκίνητο κι άρχισα να κατευθύνομαι από τη Βούλα στη Βουλιαγμένη, σκεφτόμουν μόνο ένα πράγμα: “Αυτός ίσως είναι ο τελευταίος μου αγώνας στο πρωτάθλημα πόλο”. Ηταν 7 Ιουλίου και με τον Ολυμπιακό ετοιμαζόμασταν για τον 7ο σερί τίτλο. Το νούμερό μου είναι το «7», αλλά και αριθμός δεμένος με την ιστορία της ομάδας μου. Το παιχνίδι άρχιζε στις 7 μ.μ. Επεξεργάζομαι τα σημάδια που μου στέλνει το σύμπαν, και ήταν πολλά, όχι ένα. Πολλά και τα εφτάρια, για να μην τα παρατηρήσω».
Μέσα στον Ιούλιο παντρεύτηκε κιόλας, τον εκλεκτό της καρδιάς της -επιχειρηματία- Γιάννη Ζουμπουλίδη. Αρχίζει μια νέα ζωή. Στις… όχθες της πισίνας, πλέον, να προπονεί παιδιά. Δεν ξεχνά οτι, κάποτε, έδωσε μεγάλο αγώνα για να πείσει τους προπονητές της να την προσέξουν. Πόσω μάλλον, να της εμπιστευθούν τη θέση της «φουνταριστής». Γι’ αυτό, η ίδια ποτέ δεν θα πει σε κάποιο από τα… ψαράκια της «δεν κάνεις». Πίσω από την εντυπωσιακά γυμνασμένη πρωταθλήτρια που «έτρωγε σίδερα» στους αγώνες κρυβόταν, πάντα, μια ευαίσθητη ψυχή.
