«Σήμα κινδύνου» για το φετινό καλοκαίρι και στην Αττική στέλνουν οι Financial Times σε εκτενές τους άρθρο στο οποίο γίνεται εκτενής αναφορά στους κινδύνους από τις «πύρινες γλώσσες» για περιοχές της Μεσογείου που χαρακτηρίζονται εύκολοι στόχοι (sitting ducks).
Στην εφημερίδα μιλάει ο Κώστας Λαγουβάρδος, διευθυντής Ερευνών στο Ινστιτούτο Ερευνών Περιβάλλοντος και Βιώσιμης Ανάπτυξης του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών. Ο ίδιος και οι συνεργάτες του παραδέχονται ότι αιφνιδιάστηκαν από την πυρκαγιά που έφτασε στην «πόρτα» τους τον περασμένο Αύγουστο. «Ηταν σαν ειρωνεία» δηλώνει ο κ. Λαγουβάρδος για το γεγονός ότι οι φλόγες πλησίασαν σε απόσταση λίγων μέτρων από το κτίριο του Εθνικού Αστεροσκοπείου στην Πεντέλη. Ο χώρος αυτός, όπου βρίσκεται το ιστορικό διαθλαστικό τηλεσκόπιο Newall, ουσιαστικά περικυκλώθηκε από την πυρκαγιά που εξαπλώθηκε από Πεντέλη.
Τα ελικόπτερα έριχναν νερό από ψηλά και οι πυροσβέστες έδιναν μάχη για να σώσουν τον κρίσιμο επιστημονικό χώρο. Τα κτίρια του Αστεροσκοπείου γλίτωσαν αλλά το κοντινότερο κτίριο υπέστη σοβαρές ζημιές, όπως και πολλά ακόμη στην περιοχή. Μια γυναίκα έχασε με τραγικό τρόπο τη ζωή της σε ένα άλλο σημείο, μέσα στον αστικό ιστό.
Σύμφωνα με τους Financial Times, «το γεγονός ότι μια πυρκαγιά έφτασε τόσο κοντά στο ίδιο το κτίριο όπου οι επιστήμονες προσπαθούσαν εδώ και καιρό να κατανοήσουν τέτοια φαινόμενα αναδεικνύει τις προκλήσεις για τις πόλεις σε όλο τον κόσμο καθώς τα ακραία καιρικά φαινόμενα εντείνονται». Η εφημερίδα σημειώνει ότι ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου προειδοποίησε μόλις την περασμένη εβδομάδα ότι υπάρχει κίνδυνος οι φωτιές να φτάσουν στην Ιερουσαλήμ.
Μιλώντας για τα περσινά γεγονότα στην Πεντέλη ο κ. Λαγουβάρδος αναφέρει ότι «η πυρκαγιά ήταν ένα σοκ για πολλούς ανθρώπους». Παρότι η Αττική έχει υποφέρει από πολλές πυρκαγιές τα τελευταία χρόνια οι οποίες συνδέθηκαν με θερμοκρασίες ρεκόρ «ήταν η πρώτη φορά που μια πυρκαγιά ήταν τόσο κοντά στην πόλη».
Οι FT σημειώνουν ότι τελικά η Αθήνα «γλίτωσε μια καταστροφική πυρκαγιά που παρά λίγο θα συνέβαινε». Ευτυχώς, εκείνη την ημέρα «εκείνο που έλειπε ήταν το στοιχείο του ανέμου» δηλώνει στην εφημερίδα ο Τόμας Σμιθ, αναπληρωτής καθηγητής περιβαλλοντικής γεωγραφίας στο LSE, ξεχωρίζοντας τον κρίσιμο παράγοντα που μπορεί να κλιμακώσει μια πυρκαγιά και από διαχειρίσιμη να τη μετατρέψει σε καταστροφική.
Η Αθήνα, όπως και άλλες μεγάλες πόλεις, όπως το Ντάλας, η Λισαβόνα, το Σίδνεϊ και το Κέιπ Τάουν, χαρακτηρίζονται από ορισμένους επιστήμονες εύκολοι στόχοι (sitting ducks). Αυτό σημαίνει, εξηγούν οι Financial Times, ότι είναι εξαιρετικά ευάλωτες σε καταστροφές που σχετίζονται με την υπερθέρμανση του πλανήτη: πυρκαγιές, όπως αυτές στο Λος Αντζελες τον Ιανουάριο, αλλά και πλημμύρες, όπως αυτές που συνέβησαν πέρυσι στη Βαλένθια.
Στο ρεπορτάζ των FT, o Κώστας Λαγουβάρδος και οι συνεργάτες του σκιαγράφησαν την απανθρακωμένη διαδρομή της περσινής πυρκαγιάς και έδειξαν ένα βουνό στο βάθος. Στο δημοσίευμα σημειώνεται ποιο είναι αυτό:
— «”Νομίζω ότι θα είναι το επόμενο”, λέει ο κ. Λαγουβάρδος, αναφερόμενος στο πιθανό σημείο εκκίνησης της επόμενης πυρκαγιάς της Αθήνας. Το όρος Υμηττός, που υψώνεται πάνω από τα ανατολικά της πόλης, είναι διάσπαρτο με ιστορικά μοναστήρια και πευκοδάσος. Οι προσομοιώσεις που έγιναν με τον συνάδελφό του Θεόδωρο Γιάνναρο, ο οποίος έχει εξειδικευτεί στην ατµοσφαιρική µοντελοποίηση, δείχνουν πώς μια πυρκαγιά που θα ξεκινούσε από τους βόρειους πρόποδες του Υμηττού θα σημείωνε “πολύ γρήγορη πρόοδο”, αν υποδαυλιζόταν από ισχυρούς ανέμους, λέει ο κ. Λαγουβάρδος».
Στο ρεπορτάζ της εφημερίδας περιγράφεται το εξής: «χρησιμοποιώντας» το ξηρό δάσος και τη βλάστηση του βουνού ως πηγή καύσιμης ύλης, «οι φλόγες θα μπορούσαν γρήγορα να κατέβουν προς την πόλη, κοντά σε μια περιοχή όπου στεγάζεται το Πανεπιστήμιο Αθηνών». Δηλαδή στην Πανεπιστημιούπολη Ζωγράφου.
«Είναι πολύ κοντά στα όρια της πόλης», εξηγεί στους FT o κ. Λαγουβάρδος προσθέτοντας ότι ενώ το βουνό είναι μεν «πολύ καλά προστατευμένο» όταν υπάρχει κίνδυνος πυρκαγιάς, ωστόσο μια φωτιά πάντοτε μπορεί να συμβεί.
Η ευρύτερη περιοχή της Αθήνας, όπως και άλλες «καθιστές πάπιες» (sitting ducks), διαθέτει το «τέλειο μείγμα» των στοιχείων που απαιτούνται για μια σημαντική πυρκαγιά, λέει ο Τζο ΜακΝόρτον, ειδικευμένος στα μοντέλα επιφάνειας στο Ευρωπαϊκό Κέντρο Μεσοπρόθεσμων Καιρικών Προβλέψεων.
Οι πυρκαγιές χρειάζονται καύσιμη ύλη, συχνά με τη μορφή βλάστησης, μια πηγή ανάφλεξης και τις κατάλληλες καιρικές συνθήκες, λέει ο ίδιος, συμπεριλαμβανομένων των ισχυρών ανέμων. Ολα αυτά επιδεινώνονται από την αστική εξάπλωση. Αν και οι δασικές πυρκαγιές δεν είναι νέο φαινόμενο, καθώς αποτελούν μέρος του γήινου οικοσυστήματος εδώ και χιλιετίες, περισσότεροι άνθρωποι ζουν πλέον κοντά σε δυνητικά μεγάλες πηγές καύσιμης ύλης.
Οι FT θυμίζουν ότι από τη δεκαετία του 1950 η δόμηση στην Αθήνα έχει απομακρυνθεί από το συμπαγές ιστορικό κέντρο της πόλης, με νέα χαμηλά κτίρια να πλησιάζουν όλο και περισσότερο τα βουνά, τους λόφους και τη θάλασσα που περιβάλλουν την περιοχή. Αυτό έχει συμβάλει στη δημιουργία δι-επιφανειών όπου η βλάστηση συναντάται ή αναμειγνύεται με ην αστική δόμηση.
Παρόλο που αυτές οι δι-επιφάνειες καλύπτουν μόνο το 4,7% της χερσαίας επιφάνειας του πλανήτη, φιλοξενούν 3,5 δισ. ανθρώπους -σχεδόν το μισό πληθυσμό του πλανήτη, σύμφωνα με έρευνα του 2023. Στην Ευρώπη, η περιοχή αυτή αντιπροσώπευε το 15% της έκτασης της ηπείρου, σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature. Σε αυτές τις ζώνες, η ανθρώπινη δραστηριότητα μπορεί να πυροδοτήσει κατά λάθος μια πυρκαγιά και, λόγω της συγκέντρωσης του πληθυσμού, οι πυρκαγιές αυτές αποτελούν μεγαλύτερο κίνδυνο για τους ανθρώπους και τις περιουσίες.
Η «τέλεια καταιγίδα», η πυρκαγιά που σάρωσε το Λος Αντζελες θα μπορούσε να συμβεί και στην Αθήνα, προειδοποιούν οι επιστήμονες στους FT, καθώς μια περίοδος βροχής ακολουθούμενη από ξηρασία θα εξασφάλιζε αφθονία καύσιμης ύλης. Εκτός από τα πευκοδάση, τα οποία συχνά ξηραίνονται κατά τη διάρκεια των καλοκαιριών του καύσωνα όπου οι θερμοκρασίες μπορεί να ξεπεράσουν τους 40 βαθμούς Κελσίου, η θαμνώδης βλάστηση είναι επίσης εκτεταμένη στην περιοχή. Αυτή έχει αυξηθεί καθώς η γεωργία έχει μειωθεί, με την απώλεια των αιγών και των προβάτων που παραδοσιακά κρατούσαν τη βλάστηση υπό έλεγχο, λέει ο Σμιθ, αναπληρωτής καθηγητής περιβαλλοντικής γεωγραφίας στο LSE.
Ο πολλαπλασιασμός της βλάστησης στις παρυφές της Αθήνας συχνά σημαίνει ότι «δεν υπάρχουν φυσικές αντιπυρικές ζώνες που να εμποδίζουν την εξάπλωση της φωτιάς», σημειώνει από την πλευρά του ο Τζο ΜακΝόρτον ο οποίος ειδικεύεται στα μοντέλα επιφάνειας στο Ευρωπαϊκό Κέντρο Μεσοπρόθεσμων Καιρικών Προβλέψεων.
Εκτός από την αρχική επίθεση μιας φωτιάς, οι πυρκαγιές έχουν και μακροπρόθεσμες συνέπειες. Οι φλόγες καίνε τη βλάστηση, καθιστώντας το έδαφος λιγότερο διαπερατό και ανίκανο να απορροφήσει το νερό, οδηγώντας σε μεγαλύτερη επιφανειακή απορροή και ταχύτερα κινούμενα πλημμυρικά ύδατα. «Μια πυρκαγιά μπορεί να προκαλέσει ζημιές στα προάστια, ιδίως στα πράσινα, αλλά το πρόβλημα δεν τελειώνει εκεί. Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος πλημμυρών», λέει ο Μιχάλης Διακάκης, επίκουρος καθηγητής Φυσικών Καταστροφών του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Οι επιπτώσεις αυτές διαρκούν έως και μια δεκαετία μετά από μια πυρκαγιά σε ορισμένες περιοχές, σύμφωνα με την έρευνα του κ. Διακάκη, και μπορεί να είναι πολύ πιο επιζήμιες για τα κέντρα των πόλεων. «Είναι εύκολο να μπλοκαριστεί ένα κρίσιμο ποτάμι σε ένα τμήμα, σπρώχνοντας το νερό προς τα έξω και πλημμυρίζοντας την περιοχή. Η πλημμύρα θα κατέβει τελικά προς το κέντρο της πόλης» προσθέτει ο ειδικός επιστήμονας.
Το ενδιαφέρον είναι πως ακόμη και οι οίκοι αξιολόγησης της ελληνικής οικονομίας στρέφουν το βλέμμα τους στο ρίσκο από τις πυρκαγιές. «Η ταχεία αστικοποίηση της Αθήνας έχει καταστήσει την πόλη ευάλωτη στις πλημμύρες», λέει στους FT o Φιράς Σάλεχ, διευθυντής διαχείρισης προϊόντων της Moody’s. «Πολλά ρέματα και ποτάμια έχουν καλυφθεί ή υπερκαλυφθεί, μειώνοντας την ικανότητα της πόλης να διαχειρίζεται τις έντονες βροχοπτώσεις» προσθέτει. Και οι λεπτομέρειες των πληροφοριών που γνωρίζει, όσο να ‘ναι, προκαλούν εντύπωση.
Η Moody’s, εξηγούν οι FT, έχει δημιουργήσει μοντέλα που χρησιμοποιούνται από την ασφαλιστική βιομηχανία και άλλους παράγοντες της διεθνούς οικονομίας για να εξετάσουν τον κίνδυνο πυρκαγιών, πλημμυρών και άλλων καταστροφών. «Τα μοντέλα της δείχνουν ότι τμήματα της Αθήνας θα γίνουν πιο ευάλωτα σε πυρκαγιές και θερμική καταπόνηση με βάση διάφορα σενάρια εξέλιξης της κλιματικής αλλαγής» σημειώνει η εφημερίδα.
