«Πιστεύω ότι υπάρχουν δύο φύλα, το αρσενικό και το θηλυκό, αυτό υπαγορεύει η βιολογία»: με τη φράση αυτή ο Κυριάκος Μητσοτάκης έσπευσε να συμφωνήσει με τον Ντόναλντ Τραμπ (και τη σχετική αναφορά του κατά την πρώτη ομιλία του ως 47ος πρόεδρος των ΗΠΑ, στο Καπιτώλιο), παίρνοντας καθαρή θέση στη συζήτηση περί woke ατζέντας, το λεγόμενο wokism, που για πολλούς αποτέλεσε έναν από τους πιο καθοριστικούς παράγοντες για την επιστροφή του υπερσυντηρητικού μεγιστάνα στον Λευκό Οίκο –αλλά και την άνοδο της Δεξιάς-Ακροδεξιάς στην Ευρώπη.
«Ναι, τυχαίνει να πιστεύω ότι υπάρχουν δύο φύλα, το αρσενικό και το θηλυκό. Αυτή είναι η προσωπική μου άποψη, αυτό υπαγορεύει η βιολογία», ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Μητσοτάκης, έπειτα από ερώτηση που δέχθηκε κατά τη συζήτηση με τον πρώην πρωθυπουργό της Ιταλίας Ενρίκο Λέτα στο Ελληνοαμερικανικό Επιμελητήριο –μια ερώτηση που έγινε αναφορικά με την άνοδο της Ακροδεξιάς σε αμφότερες τις πλευρές του Ατλαντικού και τη συζήτηση για τη woke ατζέντα στη σκιά της «ανακοίνωσης» Τραμπ ότι οι ΗΠΑ αναγνωρίζουν μόνο δύο φύλα.
Αν και όπως έσπευσε να επισημάνει, στην Ευρώπη το κίνημα της woke ατζέντας δεν εξέλαβε τις διαστάσεις που πήρε στις ΗΠΑ, ώστε να δικαιολογήσει μια τέτοια αντίδραση εναντίον της, όπως αυτή που εκφράστηκε διά στόματος του νέου αμερικανού προέδρου.
«Κάθε χώρα είναι διαφορετική. Εχουν δοθεί διάφορες εξηγήσεις σχετικά με την ηχηρή επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία. Σίγουρα –το έχω σχολιάσει αυτό– οι ακραίες θέσεις του ρεύματος woke (wokism) στις ΗΠΑ είχαν ως αποτέλεσμα το εκκρεμές να ταλαντεύεται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Θα ήθελα να επισημάνω ότι αυτές οι ακραίες θέσεις, οι οποίες είναι, πιστεύω, ευρέως διαδεδομένες στις φιλελεύθερες πανεπιστημιουπόλεις των κορυφαίων αμερικανικών πανεπιστημίων, δεν έχουν εμφανιστεί στην Ευρώπη. Δεν πιστεύω ότι έχουμε αυτό το πρόβλημα στην Ευρώπη για να δικαιολογήσουμε μια αντίδραση εναντίον αυτής της συγκεκριμένης ατζέντας. Αυτό ήταν πρωτίστως ένα φαινόμενο στις ΗΠΑ», θέλησε να σημειώσει στην απάντησή του ο Κυριάκος Μητσοτάκης.
Κατά τη διάρκεια της συζήτησης με τον πρώην πρωθυπουργό της Ιταλίας στην εκδήλωση με κεντρικό θέμα «Το μέλλον της Ευρώπης σε έναν κόσμο που αλλάζει γρήγορα – Οι παγκόσμιες προκλήσεις για τους ηγέτες», ο κ. Μητσοτάκης συνέστησε υπομονή αναφορικά με το τι πρέπει να περιμένει κανείς από τη δεύτερη θητεία Τραμπ, δίνοντας παράλληλα σύνθημα αφύπνισης και εγρήγορσης συνολικά για την Ευρώπη.
«Είναι σημαντικό –είπε– να αφήσουμε να καταλαγιάσει η σκόνη, να διακρίνουμε αυτά που κατά τα φαινόμενα συνιστούν επανάληψη κάποιων προεκλογικών εξαγγελιών και να δούμε ποια ακριβώς θα είναι η πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών απέναντι στην Ευρώπη».
«Η Ευρώπη πρέπει να ξυπνήσει» και να αντιμετωπίσει τον Τραμπ ως κινητήρια δύναμη, έτσι ώστε να γίνει ισχυρότερη και πιο ανταγωνιστική, συνέχισε ο Πρωθυπουργός. «Δεν μπορούμε να μείνουμε όπως είμαστε. Πρέπει να κινηθούμε. Η ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης δεν είναι αρκετή. Μπορούμε περισσότερα και αυτό είναι πολύ σημαντικό να γίνει επιτέλους πράξη» και «αυτή η πίεση που έρχεται από την απέναντι πλευρά του Ατλαντικού μπορεί να αξιοποιηθεί για να βγει πιο ισχυρή η Ευρώπη».
«Οσον αφορά την Ελλάδα, πιστεύω ότι αποδείξαμε ότι μπορεί να υπάρξει μια ισχυρή κεντροδεξιά συμμαχία που ωθεί τα περιθωριακά κόμματα σε αυτό που θα έπρεπε να είναι ο φυσικός χώρος τους, δηλαδή να είναι μικρά κόμματα χωρίς βαθύ αποτύπωμα στον δημόσιο διάλογο», επεσήμανε ο Κυριάκος Μητσοτάκης για την άνοδο δυνάμεων της Ακρας Δεξιάς ανά την Ευρώπη και για μία ακόμη φορά απέκλεισε κάθε σενάριο μετεκλογικής συνεργασίας με κόμματα στα δεξιά της ΝΔ (σε περίπτωση που δεν σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση).
«Φυσικά, είμαστε σήμερα μία από τις λίγες απόλυτα σταθερές πολιτικά ευρωπαϊκές χώρες. Η σταθερότητα είναι ένα πολύ πολύτιμο “νόμισμα” στον σημερινό κόσμο. Είναι αυτό που μας επιτρέπει να εφαρμόσουμε γρήγορα το εκλογικό μας πρόγραμμα, να μη χάνουμε χρόνο σε συζητήσεις στο πλαίσιο μιας κυβέρνησης συνεργασίας», τόνισε και έφερε το παράδειγμα της Γερμανίας, όπου το σχήμα της τρικομματικής συνεργασίας είχε ως κατάληξη την κατάρρευση της κυβέρνησης Σολτς:
«Ο τρικομματικός συνασπισμός, όπως αυτός στη Γερμανία, ήταν μια “συνταγή αδράνειας”, η οποία τελικά οδήγησε την κυβέρνηση στην πτώση. Συνεπώς, το να έχεις μια μονοκομματική κυβέρνηση με κοινοβουλευτική πλειοψηφία, σε αυτόν τον κόσμο όπου πρέπει να ληφθούν γρήγορες αποφάσεις και όπου η Ελλάδα έχει πραγματικά αρχίσει να υλοποιεί ένα σχέδιο για να φτάσει την υπόλοιπη Ευρώπη, κατά τη γνώμη μου αποτελεί μεγάλο πλεονέκτημα. Οταν συζητούμε με ξένους επενδυτές, η πολιτική –και όχι μόνο η οικονομική– κατάσταση μιας χώρας είναι ίσως εξίσου σημαντική με τη συνολική δημοσιονομική σταθερότητα, ώστε να γνωρίζουν ότι υπάρχει προβλεψιμότητα και να γνωρίζουν ποιος είναι ο συνομιλητής τους σε κάθε βήμα μιας πιθανής σημαντικής επένδυσης.
»Αναμφίβολα, λοιπόν, υπάρχει μια τάση στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ προς αυτό που αποκαλούμε “σκληρή” δεξιά ή “εξτρεμιστική” δεξιά. Πιστεύω ότι στην Ελλάδα καταφέραμε να την περιορίσουμε. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει ένα σημαντικό ποσοστό ανθρώπων που ψηφίζουν κόμματα τα οποία βρίσκονται στα δεξιά της Νέας Δημοκρατίας. Αλλά αυτά τα κόμματα, κατά τη γνώμη μου, εξακολουθούν να είναι κόμματα που βρίσκονται στο περιθώριο. Σίγουρα δεν αποτελούν μέρος και δεν θα αποτελέσουν μέρος οποιασδήποτε δυνητικής άσκησης οικοδόμησης συνασπισμού στο μέλλον.
Αυτό δεν συμβαίνει στην Αυστρία, όπου η Ακροδεξιά ηγείται τώρα του συνασπισμού για τη διακυβέρνηση της χώρας. Παλαιότερα ήταν ο μικρός εταίρος του συνασπισμού, τώρα, η Ακροδεξιά στην Αυστρία είναι ο μεγαλύτερος εταίρος του συνασπισμού. Αυτό δεν πρόκειται να συμβεί στην Ελλάδα», ξεκαθάρισε ο Πρωθυπουργός.
