Οι κυρίες του «Sex and the City» επιστρέφουν αλλιώς
Οι κυρίες του «Sex and the City» επιστρέφουν αλλιώς
Στη δεύτερη σεζόν της σειράς «And Just Like That», 25 χρόνια μετά την πρώτη τους εμφάνιση, τα άλλοτε κορίτσια του «Sex and the City» που προβλήθηκε από το 1998 έως το 2004, εξερευνούν εκ νέου τη σεξουαλικότητά τους, αλλά ζουν σε έναν κόσμο που έχει αλλάξει, οπότε και η σειρά του HBO Max προσαρμόζεται στα νέα δεδομένα.
Το κεντρικό ερωτικό επεισόδιο της δεύτερης σεζόν περιστρέφεται γύρω από τον ανανεωμένο έρωτα της Κάρι (Σάρα Τζέσικα Πάρκερ) και του Εϊνταν Σόου (Τζον Κόρμπετ), που ξανασμίγουν. Αλλά στο τέλος οι δρόμοι του ζευγαριού χωρίζουν και πάλι. Ο Εϊνταν, διαζευγμένος πλέον, μεγαλώνει τους τρεις γιους του στη Βιρτζίνια, μαζί με την πρώην σύζυγό του. Και ζητά από την Κάρι να περιμένει πέντε χρόνια, ώστε να μπορέσει να επικεντρωθεί κυρίως στην ανατροφή του μικρότερου γιου του, του έφηβου Γουάιατ.
Ετσι… απλά οι συντελεστές της σειράς «And Just Like That» επιστρέφουν και πάλι με τη σειρά να έχει ανανεωθεί το περασμένο καλοκαίρι πριν από το φινάλε της δεύτερης σεζόν, το οποίο περιλάμβανε επίσης μια καμέο εμφάνιση (αν και απλά τηλεφωνική) της Κιμ Κατράλ στον ρόλο της Σαμάνθα Τζόουνς. Στο trailer της τρίτης σεζόν η Κάρι περιγράφει τη σχέση της με τον Εϊνταν ως «περίπλοκη» (έτσι όμως δεν συμβαίνει πάντα;) όταν οι φίλες της την ρωτούν για μια καρτ ποστάλ που της έστειλε. Σε άλλες σκηνές ο Εϊνταν κάνει μια επίσκεψη έκπληξη στην Κάρι και η Κάρι επισκέπτεται τον Εϊνταν και τα παιδιά του και τρώνε όλοι μαζί πρωινό. (Υπάρχει επίσης ένας νέος γείτονας που περιπλέκει τα πράγματα για την Κάρι). Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι θα είναι και πάλι μαζί έστω και αν αντιμετωπίσουν ένα εκατομμύριο προκλήσεις.
Στο μεταξύ φαίνεται ότι οι αρουραίοι είναι πολύ της μόδας φέτος στις σειρές, όπως γράφει το Deadline. Μετά το «The Pitt», τη νέα αγαπημένη σειρά του HBO Max, που διαδραματίζεται σε ένα νοσοκομείο του Πίτσμπουργκ –στην Ελλάδα προβάλλεται από την πλατφόρμα της Vodafone- και το επεισόδιο με τον άστεγο που φτάνει στο νοσοκομείο με τις τσέπες γεμάτες ποντίκια, το εκπληκτικό νέο σπίτι της Κάρι μαστίζεται επίσης από ορδές τρωκτικών. Ευτυχώς, όμως, η ιδιότροπη βασίλισσα της μόδας έχει έναν γάτο που σίγουρα (;) θα είναι έτοιμος να σύρει αυτά τα τρωκτικά πίσω στους υπονόμους.
Η Μιράντα (Σύνθια Νίξον) νιώθει επίσης ερωτευμένη με μια επαγγελματική επαφή, και η Λίλι (Κάθι Ανγκ), η κόρη της Σάρλοτ (Κριστίν Ντέιβις), θέλει να κατακτήσει έναν χορευτή μπαλέτου τον οποίο η μαμά της απορρίπτει. Δευτερόλεπτα αργότερα, όμως στο τρέιλερ, η Σάρλοτ πιάνει το ζευγάρι να φιλιέται, προς μεγάλη της έκπληξη και σύγχυση. Ναι, το κοριτσάκι της φιλιέται με ένα αγόρι. Γατί έχει μεγαλώσει…
Ωστόσο, η συνέχεια της σειράς, παρατηρεί ο Τζέικ Νέβινς στην κριτική του στους New York Times, υποβάλλει τους αγαπημένους χαρακτήρες σε μια παρέλαση ταπεινώσεων. Μετά τη δόξα του «Sex and the City», πριν από δυόμιση δεκαετίες, το Netflix το παρουσίασε πέρσι σε νεότερους θεατές, οι οποίοι λάτρεψαν περισσότερο τον ρυθμό screwball της σειράς παρά την αίσθηση της περασμένης αίγλης της. Διαπίστωσαν μάλιστα ότι το «Sex and the City» ταίριαζε περίεργα στις αστείες συμβάσεις της διαδικτυακής γλώσσας, και έτσι η σειρά γέννησε πρόσφατα μια ολόκληρη σειρά από μιμίδια (memes). Και σχεδόν σε όλα, οι χαρακτήρες αντιμετωπίζονται ως αντικείμενα διασκέδασης.
Ενα έξυπνο αστείο, σημειώνει ο Νέβινς στους New York Times, διακωμωδούσε την τάση της Κάρι να ακούει τις δυσκολίες των φιλενάδων της και στη συνέχεια να απαντά με εξοργιστικές ανακεφαλαιώσεις των δικών της. Η Σάρλοτ σχολιάζει, ας πούμε, τον σεισμό, που έπληξε τη Νέα Υόρκη πέρυσι. Η Μιράντα, πάντα αυτάρεσκη, επιμένει ότι η κλίμακα Ρίχτερ είναι ξεπερασμένη, ενώ η Σαμάνθα, πάντα σε ερωτική διέγερση, αστειεύεται για έναν άντρα που έκανε τους τοίχους της να τρέμουν. Και βέβαια το στυλ «pick-me» της Κάρι (όρος της αργκό για μια νεαρή γυναίκα που συμπεριφέρεται περιφρονητικά για να προκαλέσει την προσοχή των ανδρών) έχει γίνει σημείο γοητείας για τους νέους φαν. Η οποία Κάρι δηλώνει ότι «ο Μπιγκ μετακομίζει στο Παρίσι!», φέρνοντας την κουβέντα πίσω στον συναισθηματικά μη διαθέσιμο μεγιστάνα «Mr. Big» (Κρις Νορθ) που θα τη βασανίζει για χρόνια πριν πεθάνει άδοξα από καρδιακή προσβολή μετά από εντατική άσκηση σε ένα στατικό ποδήλατο Peloton, αφήνοντας την τελευταία του πνοή στην αγκαλιά της…
https://www.youtube.com/watch?v=hyTzeebk9wk
Κάπως έτσι έχουμε μάθει να βλέπουμε τις κυρίες του «Sex and the City», ακόμη και όσοι από εμάς κάποτε πίστευαν ότι ήταν το αποκορύφωμα της φινέτσας. Τώρα, όμως, σημειώνει ο Νέβινς στους New York Times, μοιάζουν με παρωδία του εαυτού τους, χαρακτήρες που τους βλέπουμε με ένα είδος τρυφερού χλευασμού. Αλλά όσο κι αν μας ενοχλούν ή μας εξοργίζουν, τις γνωρίζουμε τόσο καλά αυτές τις γυναίκες ώστε μπορούμε να φανταστούμε -με έναν εύλογο βαθμό ακρίβειας και περιφρόνησης- πώς θα μπορούσε να αντιδράσει η καθεμία σε οποιοδήποτε θέμα.
Και αυτό ακριβώς είναι που κάνει το «And Just Like That …» τόσο παράξενο και συναρπαστικό: Πρόκειται για μια επανεκκίνηση που, μερικές φορές, είναι ανοιχτά εχθρική προς το ίδιο το υλικό της πηγής της, ακόμη και προς τους ίδιους τους χαρακτήρες, σχολιάζει ο Νέβινς. Δεν μπορεί να αντισταθεί στο να τους υποβάλλει σε όλο και μεγαλύτερες ταπεινώσεις, είτε σε μια αδέξια προσπάθεια να εξιλεωθεί για το μικρό αμάρτημα της αρχικής σειράς που ήταν ανίκανη να αντιληφθεί τις επιθυμίες του κοινού είτε, ίσως, επειδή οι θεατές θέλουν πραγματικά να βλέπουν αγαπημένους χαρακτήρες να βασανίζονται με αυτόν τον τρόπο.
Η Σαμάνθα (Κιμ Κατράλ), έφυγε από τη Νέα Υόρκη για το Λονδίνο, παίρνοντας μαζί της τα καλύτερα σεξουαλικά λογοπαίγνια και το πνεύμα της ασέβειας της σειράς. Αλλά έχουμε ακόμα την Κάρι, τη Σαρλότ και τη Μιράντα, που μοιάζουν και οι τρεις σαν να έχουν μόλις βγει από κάποιον θάλαμο κρυογένεσης, προκειμένου να λάβουν έστω και καθυστερημένα την απαραίτητη εκπαίδευση σε όλα τα πράγματα που το «Sex and the City» έκανε λάθος πριν από 25 χρόνια, όπως η φυλετική ευαισθησία και ο αντικομφορμισμός του φύλου. Η Σάρλοτ, η γεννημένη στο Κονέκτικατ WASP και δηλωμένη παραδοσιακή, τη γλιτώνει εύκολα: Της έχει δοθεί ένα μη δυαδικό παιδί, ο Ροκ, που υπάρχει κυρίως για να κάνει επιπλήξεις σχετικά με τους κανόνες τού να μεγαλώνεις ένα μη δυαδικό παιδί. Πρόσφατα, δε, πέρασε ένα ολόκληρο επεισόδιο προσπαθώντας να καθαρίσει το όνομα του αγγλικού μπουλντόγκ της αφού κακώς «ακυρώθηκε» σε όλο το Απερ Ιστ Σάιντ επειδή δάγκωσε…
Οσο για την Κάρι, έχει μετανοήσει για την απιστία της στον πρώην εραστή της, τον Αϊνταν, με τον οποίο τώρα διατηρεί σχέση εξ αποστάσεως: Εκείνος μεγαλώνει τα παιδιά του στη Βιρτζίνια, ενώ εκείνη τον περιμένει υπομονετικά στη Νέα Υόρκη, πηγαίνοντας στο μπαλέτο με ένα εντυπωσιακά μεγάλο καπέλο. Ωστόσο, καμιά δεν έχει περάσει τόσες δοκιμασίες όσες η Μιράντα, η οποία κάποτε ήταν η έξυπνη και κυνική της παρέας και η πρώτη που μετακόμισε, με θάρρος, στο Μπρούκλιν. Αδέσμευτη πλέον από τον ετεροφυλόφιλο γάμο της, έχει βρεθεί, σε διάφορες στιγμές, να κρέμεται από τις ιδιοτροπίες ενός ιδιότροπου stand-up κωμικού, να κάνει αγενή σχόλια για τα μαλλιά του μαύρου καθηγητή της τής Νομικής και να παίρνει εν αγνοία της την παρθενιά μιας καλόγριας (Ρόζι Ο’Ντόνελ) που έχει κολλήσει πάνω της σαν στρείδι.
Το «Sex and the City», σχολιάζει ο Τζέικ Νέβινς στους New York Times, λειτούργησε, εν μέρει, χάρη στις αντικρουόμενες στάσεις αυτών των γυναικών απέναντι στους άνδρες, το γάμο και το σεξ. Τα brunch τους ήταν τόπος ζουμερών κουτσομπολιών αλλά και ιδεολογικών συγκρούσεων. Τώρα είναι ανασφαλείς, απροσάρμοστες στα σύγχρονα ήθη και, ευτυχώς γι’ αυτές, υπερβολικά πλούσιες. Οι αντιπαραθέσεις τους έχουν περικοπεί. Αντίθετα, η σειρά θέλει να τους κάνει μάθημα και τις φέρνει σε επαφή με εξίσου κομψές και ευκατάστατες έγχρωμες γυναίκες για να τις βοηθήσουν. Οι χαρακτήρες τους είναι παράξενα αποξενωμένοι από την καταγωγή τους: καταγράφονται σαν πειραματόζωα σε ένα σαδιστικό πείραμα αισθητικής camp (του μη-φυσικού και της υπερβολής) και καρικατούρας.
Πως μπορεί, λοιπόν, να τα βρει κανείς όλα αυτά διασκεδαστικά ή ακόμα και ευχάριστα; Το σενάριο της σειράς είναι αδύναμο, ο ρυθμός τυχαίος, οι ιστορίες αλλόκοτες. Ωστόσο παραμένει τόσο ψυχαναγκαστικά θεαματική -λόγω συναισθηματισμού ή schadenfreude (χαιρεκακίας) ή ίσως κάποιου ναρκωτικού συνδυασμού και των δύο-, ώστε δεν μπορείς να της αντισταθείς. Ισως μάλιστα προς τα εκεί να κατευθυνόταν η σειρά εξαρχής. Οι πρώτες σεζόν του «Sex and the City» ήθελαν και ήταν έξυπνες και ρεαλιστικά ενήλικες.
Οι κυρίες τα έπιναν σε μικρά παλιομοδίτικα μπαρ και έτρωγαν χοτ ντογκ στους αγώνες των Yankees, ακολουθώντας την παράδοση του HBO για σέξι νατουραλισμό. Αλλά στην πορεία, η σειρά μετατοπίστηκε από το vérité σε πολύ Vogue: Εγινε πιο ανόητη, πιο πολυτελής, πιο φανταστική. Στη δεύτερη ταινία «Sex and the City», όταν πέταξαν πρώτη θέση σε ένα φανταστικό Αμπου Ντάμπι, φάνηκε πλέον ότι το franchise είχε απαλλαγεί από κάθε προσποίηση ρεαλισμού και είχε γίνει απολύτως camp. Και τώρα, καθώς οι χαρακτήρες διαπραγματεύονται τις ταπεινώσεις που τους επιβάλει η αναβίωση, είναι σαν να έχουν περάσει σε κάτι εντελώς διαφορετικό, μια κατάσταση μαριονέτας πέρα από το camp, που σε υπνωτίζει.
Δεν πρόκειται απλώς για μια περίπτωση που κάτι είναι τόσο κακό ώστε να βγαίνει τελικά καλό, όπως το fast food ή το «Real Housewives» για παράδειγμα, γράφει ο Τζέικ Νέβινς στους New York Times. Παίρνοντας αξέχαστους χαρακτήρες και υποβαθμίζοντάς τους, η σειρά «And Just Like That…» ενθαρρύνει ένα είδος μετα-εμπλοκής που λίγες άλλες σειρές διαθέτουν, βάζοντας τον εαυτό της να συνομιλείμε τον προκάτοχό της, «Sex and the City», και, κατ’ επέκταση, με τους θεατές.
Ο θεατής εστιάζει στη ζωή των χαρακτήρων με χαρά ή αμηχανία παρατηρώντας τους, γελάει μαζί τους, μετά τους βρίσκεθ γελοίους ή και τα δύο ταυτόχρονα. Και απολαμβάνει τα κατορθώματά τους με τον ίδιο τρόπο που θα χαζογελούσε με έναν πραγματικό φίλο ο οποίος ήταν συνεχώς βυθισμένος σε κάποια παράλογη κρίση….
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
