Οι οκτώ πιο εκπληκτικές όπερες του κόσμου
Οι οκτώ πιο εκπληκτικές όπερες του κόσμου
Από τις απαρχές της, στην Ιταλία στα τέλη του 16ου αιώνα, η όπερα θεωρούνταν ένα από τα πιο αναγνωρισμένα είδη της Δυτικής μουσικής παράδοσης. Για να συμπληρώσουν την ανάπτυξη και τη συνεχιζόμενη δημοτικότητά της, οι αρχιτέκτονες επεδίωξαν να σχεδιάσουν κτίρια που θα μπορούσαν να αναδείξουν το μεγαλείο αυτής της μορφής τέχνης, ενώ παράλληλα θα κάλυπταν τις πολύπλοκες τεχνικές και ακουστικές ανάγκες της, γράφει ο Αλέξανδρος Σακαλής στην ιστοσελίδα του BBC.
Και παρουσιάζει οκτώ από τις πιο εκπληκτικές όπερες σε όλο τον κόσμο, που κυμαίνονται από πολυτελή νεοκλασικά παλάτια μέχρι ριζοσπαστικά, μοντέρνα εμβληματικά κτίρια. Ιδού:
«Palais Garnier», Παρίσι
Τα φρύδια σηκώθηκαν όταν ο Σαρλ Γκαρνιέ, ένας άγνωστος 35χρονος αρχιτέκτονας, κέρδισε το 1858 τον διαγωνισμό για τη νέα όπερα του Παρισιού. Το φιλόδοξο νικητήριο σχέδιό του αποδόθηκε με έναν υπερβολικό, χωρίς περιορισμούς εκλεκτικισμό, ο οποίος άκμασε υπό τον αυτοκράτορα Ναπολέοντα Γ’. Αντλώντας έμπνευση από μπαρόκ καθεδρικούς ναούς, ελληνικούς ναούς και αναγεννησιακές βίλες, ο Γκαρνιέ εισήγαγε επίσης ριζοσπαστικές σύγχρονες τεχνολογίες και υλικά όπως χάλυβα και γυαλί. Οταν ρωτήθηκε για το στυλ του κτιρίου του, ο νεαρός αρχιτέκτονας απάντησε κοφτά «στυλ Ναπολέοντα Γ’», επινοώντας άθελά του μια ολόκληρη αρχιτεκτονική εποχή.

Κατά τη διάρκεια των ανασκαφών οι κατασκευαστές συνάντησαν ένα απροσδόκητα υψηλό επίπεδο υπόγειων υδάτων που απειλούσε να περιορίσει την κατασκευή. Αυτοσχεδιάζοντας, ο Γκαρνιέ βρήκε μια λαμπρή λύση: δημιούργησε μια διπλή στρώση θεμελίωσης, διατηρώντας τα υπόγεια ύδατα ως δεξαμενή για χρήση σε περίπτωση πυρκαγιάς. Αυτό το γεγονός, ωστόσο, προκάλεσε μια επίμονη φήμη ότι το θέατρο κτίστηκε πάνω από μια υπόγεια λίμνη. Τη φήμη αυτή εκμεταλλεύθηκε ο Γκαστόν Λερού γράφοντας το μυθιστόρημά του «Το Φάντασμα της Οπερας» (1910), οι πολυάριθμες διασκευές του οποίου συνέβαλαν περισσότερο από οτιδήποτε άλλο στο να καθιερώσουν το «Palais Garnier» στον κόσμο της ποπ κουλτούρας.
«Teatro Colón», Μπουένος Αϊρες
Κορυφαία όπερα της Νότιας Αμερικής, το «Teatro Colón» συμβολίζει την Αργεντινή των αρχών του 20ού αιώνα, όταν η χώρα άνθιζε και στο Μπουένος Αϊρες κατέφθαναν κύματα ευρωπαίων μεταναστών, ιδιαίτερα από την Ιταλία και την Ισπανία. Το νέο θέατρο είχε σκοπό να καλύψει τις προτιμήσεις αυτών των νέων Αργεντινών, εδραιώνοντας παράλληλα τα ευρωπαϊκά πολιτιστικά πρότυπα στη χώρα.
Οι αρχιτέκτονες (Φραντσέσκο Ταμπουρίνι, Βιτόριο Μεάνο και Χούλιο Ντορμάλ) ήταν και οι ίδιοι ευρωπαίοι μετανάστες, και το κτίριο που σχεδίασαν είναι κάτι σαν αισθητική σύνοψη της ευρωπαϊκής ιστορίας, με την εκπροσώπηση ιταλικών, γερμανικών και γαλλικών αρχιτεκτονικών στοιχείων. Και εγκαινιάστηκε το 1908 με μια παραγωγή της «Αΐντα» του Τζουζέπε Βέρντι.

Λέγεται συχνά ότι το θέατρο έχει την καλύτερη ακουστική στον κόσμο, αν και ο Λουτσιάνο Παβαρότι, ένας διαχρονικά αγαπημένος της Αργεντινής, δεν ήταν φαν. «Το θέατρο έχει το μεγαλύτερο ελάττωμα: η ακουστική του είναι τέλεια!» παραπονέθηκε κάποτε. «Φανταστείτε τι σημαίνει αυτό για τον τραγουδιστή: αν κάποιος τραγουδήσει κάτι άσχημα, το προσέχει κανείς αμέσως», είχε πει ο ιταλός τενόρος ένας από τους πιο διάσημους λυρικούς τραγουδιστές όλων των εποχών.
«Sydney Opera House», Σίδνεϊ
Η «Οπερα του Σίδνεϊ» είναι ένα από αυτά τα σπάνια σύγχρονα κτίρια που δίνουν την αίσθηση ότι ήταν και θα είναι πάντα εμβληματικά. Παρά ταύτα, η κατασκευή του αντιμετώπισε προβλήματα, όπως υπερβάσεις κόστους, μια απεργία εργαζομένων, συχνές αλλαγές στον σχεδιασμό και τελικά την παραίτηση του δανού αρχιτέκτονα Γιερν Ούτσον. Στην πραγματικότητα, παραλίγο να καταλήξουμε με μια όπερα πολύ διαφορετική από αυτήν που γνωρίζουμε σήμερα, γράφει ο Αλεξ Σακαλής στην ιστοσελίδα του BBC.

Το θέατρο εγκαινιάστηκε επίσημα το 1973, αλλά πολλές ανεπίσημες παραστάσεις είχαν ήδη πραγματοποιηθεί νωρίτερα. Ο αμερικανός βαρύτονος και ακτιβιστής Πολ Ρόμπσον θεωρείται, γενικά, ο πρώτος που εμφανίστηκε στην Οπερα του Σίδνεϊ. Το 1960, σκαρφαλωμένος σε σκαλωσιές, ο Ρόμπσον τραγούδησε το «Ol’ Man River» στους εργάτες μιας οικοδομής καθώς έτρωγαν το μεσημεριανό τους.
Το 2003 ο Γιερν Ούτσον τιμήθηκε με το περίφημο βραβείο Αρχιτεκτονικής Πρίτσκερ. Και το 2007, όταν η Οπερα του Σίδνεϊ ανακηρύχθηκε Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, ο Ούτσον ήταν ο δεύτερος αρχιτέκτονας που έλαβε τέτοια αναγνώριση για ένα από τα έργα του κατά τη διάρκεια της ζωής του. Ο πρώτος ήταν ο θεμελιωτής του βραζιλιάνικου μοντερνισμού Οσκαρ Νιμάγιερ, ο αρχιτέκτονας των δημοσίων κτιρίων της πρωτεύουσας της Βραζιλίας, Μπραζίλια.
«Teatro alla Scala», Μιλάνο
Μια ατμόσφαιρα ευλάβειας πλανάται πάνω από τη Σκάλα του Μιλάνου, θέατρο που αποτελεί εδώ και καιρό ορόσημο της πόλης – και όχι μόνο για την όπερα. Η Μαίρη Σέλεϊ έγραψε ότι ήταν «όχι μόνο παγκόσμιο σαλόνι για όλη την κοινωνία του Μιλάνου, αλλά για κάθε είδους εμπορική συναλλαγή. Στον χώρο διεξάγονται από εμπόριο αλόγων μέχρι δημοπρασίες κοπαδιών. Ετσι, είναι σύντομα και σπάνια τα μελωδικά αποσπάσματα που μπορεί κανείς να πιάσει».

Τη χρυσή εποχή της όπερας, το «Teatro alla Scala» ήταν ο χώρος που επέλεγαν για πρεμιέρες των Ροσίνι, Βέρντι και Πουτσίνι. Χωρίς ωστόσο να επαναπαύεται στις δάφνες της, η Σκάλα ανέβασε επίσης παγκόσμιες πρεμιέρες του συνθέτη-προβοκάτορα Κάρλχαϊντς Στοκχάουζεν τη δεκαετία του 1980.
Το θέατρο είναι ιδιαίτερα γνωστό για το loggione του, το διάζωμα με τις φθηνές θέσεις πάνω από τα θεωρεία. Οι loggionisti, όπως λέγονται οι τακτικοί θαμώνες εδώ, είναι ίσως οι πιο απαιτητικοί και σοβαροί λάτρεις της όπερας στον κόσμο. Το 2006 αποδοκίμασαν τον τενόρο Ρομπέρτο Αλάνια κατά τη διάρκεια μιας παράστασης της «Αΐντα» του Βέρντι, αναγκάζοντας τον αντικαταστάτη του, Αντονέλο Παλόμπι, να τον αντικαταστήσει γρήγορα στη μέση της σκηνής, χωρίς καν να προλάβει να αλλάξει κοστούμι.
Metropolitan Opera House, Νέα Υόρκη
Η πιο διάσημη όπερα της Βόρειας Αμερικής ιδρύθηκε το 1883 και μεταφέρθηκε στην τρέχουσα τοποθεσία της το 1966. Ο αρχιτέκτονας Γουάλας Κ. Χάρισον οραματίστηκε αρχικά μεγάλα αίθρια και επιβλητικά αγάλματα, αλλά αυτό άλλαξε σε μινιμαλιστικό σχεδιασμό με τσιμεντένιες στοές και κύματα λευκής επένδυσης από τραβερτίνη (φυσική πέτρα που σχηματίζεται από ίζημα ανθρακικού ασβεστίου).

Στο εσωτερικό του θεάτρου τα αποτελέσματα είναι πιο εντυπωσιακά, με περιστρεφόμενες σκηνές, πέντε υπόγειους ορόφους και δύο γιγάντιες τοιχογραφίες του Μαρκ Σαγκάλ αξίας (πλέον) 20 εκατ. δολαρίων. Ο νέος χώρος εγκαινιάστηκε με την παγκόσμια πρεμιέρα της όπερας «Αντώνιος και Κλεοπάτρα» του Σάμιουελ Μπάρμπερ σε σκηνοθεσία Φράνκο Τζεφιρέλι και πρωταγωνιστές τη Λεοντίν Πράις και τον Τζουστίνο Ντίαζ. Η τεράστια κλίμακα του θεάτρου –είναι η μεγαλύτερη όπερα του κόσμου, με 3.850 θέσεις–, καθώς και οι τεχνολογικά προηγμένοι μηχανισμοί σκηνής εξακολουθούν να προκαλούν δέος. Εμπνέουν επίσης μεγάλη συμπάθεια. Η ίδια η Πράις είπε κάποτε για τη Met: «Αυτό το μαγευτικό μέρος απλώς λάμπει».
«Palau de les Arts Reina Sofía», Βαλένθια
Οταν ο Σαντιάγο Καλατράβα επέστρεψε στη Βαλένθια της Ισπανίας για να εγκαινιάσει την Πόλη των Τεχνών και των Επιστημών, ένα πολιτιστικό συγκρότημα μεταμφιεσμένο σε «στολίσκο εξωγήινων διαστημοπλοίων», τον υποδέχθηκαν με κάποιον σκεπτικισμό. Το κυριότερο από αυτά τα κτίρια, το «Μέγαρο Τεχνών Βασίλισσα Σοφία», είναι η ψηλότερη όπερα στον κόσμο, καθώς υψώνεται μέσα από μια λίμνη νερού σε ύψος 75 μέτρων. Στο εσωτερικό του υπάρχουν τέσσερις αίθουσες για όπερα, μουσική, μπαλέτο και θέατρο, με την καθεμία να συνδέεται με έναν καταπράσινο μεσογειακό κήπο μέσω πληθώρας διαδρόμων.

Αυτός ο ηλιόλουστος, υψηλής τεχνολογίας φουτουρισμός δεν αφορά τόσο τη λατρεία του παρελθόντος όσο την προαναγγελία του μέλλοντος, μετακινώντας τις όπερες πέρα από τη φήμη τους ως σπάνια και αποπνικτικά κτίρια. Αυτό που φαίνεται ασύμφωνο καταλήγει να χτυπά μια αρμονική χορδή, σχολιάζει ο Αλεξ Σακαλής στο BBC.
«Royal Opera House», Λονδίνο
Σε αυτό το σημείο του Κόβεντ Γκάρντεν υπήρχε από τον 18ο αιώνα μια όπερα συνώνυμη με τον Γκέοργκ Χέντελ, ο οποίος έγραψε πολλές από τις όπερες και τα ορατόρια του ειδικά για τον συγκεκριμένο χώρο και έδινε τακτικά παραστάσεις εδώ μέχρι τον θάνατό του το 1759. Μετά από δύο καταστροφικές πυρκαγιές, η τρίτη ενσάρκωση της Βασιλικής Οπερας, σχεδιασμένη από τον Εντουαρντ Μίντλετον Μπάρι, άνοιξε το 1858, με τη μεγαλοπρεπή νεοκλασική πρόσοψή της να γίνεται γρήγορα τοπικό ορόσημο.

Κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο χρησιμοποιήθηκε για αποθήκευση επίπλων, ενώ κατά τον Β’ Παγκόσμιο μετατράπηκε σε αίθουσα χορού. Και θα μπορούσε εύκολα να είχε παραμείνει έτσι αν η μίσθωση δεν είχε αγοραστεί από τους μουσικούς εκδότες Boosey & Hawkes, οι οποίοι άρχισαν να συγκεντρώνουν ειδικούς και λάτρεις για να σχηματίσουν την εταιρεία Royal Opera, το 1946. Η Μαρία Κάλλας, ο Λουτσάνο Παβαρότι και ο Πλάθιντο Ντομίνγκο είναι μόνο μερικά από τα λαμπρά ονόματα που έχουν κοσμήσει τη σκηνή της, ενώ η Βασιλική Οπερα μπορεί επίσης να λάβει τα εύσημα για τη φροντίδα πολλών μελλοντικών σταρ. Η Τζοάν Σάδερλαντ, η Κίρι Τε Κανάουα και ο Γκέρεντ Εβανς έκτισαν όλοι τα ονόματά τους ως ερμηνευτές ρεπερτορίου εδώ.
«Teatro Amazonas», Μανάους
Το «Teatro Amazonas» είναι ίσως η πιο σουρεαλιστική όπερα στον κόσμο, ένα πυρετώδες όνειρο των βαρόνων του καουτσούκ του 19ου αιώνα που ήθελαν να φέρουν την Μπελ Επόκ στον Αμαζόνιο, σημειώνει ο Σακαλής στο BBC. Τα υλικά, όπως το περίφημο ιταλικό μαρμάρο της Καράρα, εισήχθησαν όλα από την Ευρώπη, το ίδιο και ο αρχιτέκτονας Σελέστιαλ Σάκαρντιμ, ο οποίος δημιούργησε ένα μείγμα μπαρόκ, αναγεννησιακού και νεοκλασικού ρυθμού, με επιστέγασμα έναν μεγάλο θόλο καλυμμένο με ψηφιδωτά, που μοιάζει να προέρχεται από περσικό τζαμί του 16ου αιώνα.

Το βραζιλιάνικο θέατρο εγκαινιάστηκε το 1897 με μια παραγωγή της «Τζιοκόντα» του Αμίλκαρε Πονκιέλι με πρωταγωνιστή τον Ενρίκο Καρούζο. Μάλιστα, λέγεται ότι οι βαρόνοι του καουτσούκ είχαν κατασκευάσει το θέατρο μόνο και μόνο για να δελεάσουν τον πιο διάσημο τενόρο της Ευρώπης να πάει στη ζούγκλα. Σχεδόν έναν αιώνα αργότερα η ιστορία της όπερας ενέπνευσε τον Βέρνερ Χέρτσογκ να γυρίσει το αριστούργημά του «Φιτζκαράλντο, ο τυχοδιώκτης του Αμαζονίου» (1982).

Το «Teatro Amazonas» είχε κλείσει προ πολλού, αλλά η ταινία πυροδότησε την αναβίωση του ενδιαφέροντος για το θέατρο και μετά από μια σειρά λανθασμένων εκκινήσεων, το 1997 επέστρεψε στο κανονικό του πρόγραμμα. Σήμερα στεγάζει τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Αμαζονίου και φιλοξενεί το ετήσιο Φεστιβάλ Οπερας του Αμαζονίου.
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
