471
|

Στη γλώσσα της Ζωής

Στη γλώσσα της Ζωής

«Θα μου επιτρέψετε να μη μιλάω για τόξα, ιδίως δε, να μη συνομολογώ ότι είναι δημοκρατικές δυνάμεις, οι πολιτικές δυνάμεις που ασέλγησαν επί του συντάγματος και επί της δημοκρατίας σε όλη τη μνημονιακή περίοδο» είπε τις προάλλες η κ. Ζωή Κωνσταντοπούλου, απαντώντας σε ερώτηση σχετική με την αντίκρουση της Χρυσής Αυγής από τις δυνάμεις του «δημοκρατικού τόξου»..

Σαν η γλώσσα και οι έννοιες να είναι κάτι σχετικό και υποκειμενικό. Σαν να μην υπάρχουν όροι, που θεσπίστηκαν σε συγκεκριμένες ιστορικές στιγμές και καθιέρωσαν (στην παγκόσμια γλώσσα) πολιτικές έννοιες. Σαν να ανακαλύπτουμε καθημερινά την πυρίτιδα, σαν ο ιστορικός χρόνος να μηδενίζεται και το κοντέρ να μπαίνει μπροστά στο «μνημόνιο» – από εκεί ξαναρχίζουμε να ανακαλύπτουμε τον κόσμο, να διαμορφώνουμε νέες έννοιες και να πλάθουμε νέες ορολογίες.

Όσοι λοιπόν συνεχίζουμε να επικοινωνούμε (μεταξύ μας, αλλά και με τον έξω κόσμο) με τις καθιερωμένες έννοιες, επιμένουμε να ασελγούμε «επί της δημοκρατίας». Τι κι αν -από τα προπολεμικά χρόνια στη Γαλλία και τα μεταπολεμικά στην Ιταλία- ο όρος «συνταγματικό» ή «δημοκρατικό τόξο» καθιερώθηκε ως πολιτική έννοια από τις αριστερές δυνάμεις που πρότειναν τη διαμόρφωση μιας πολυκομματικής «υγειονομικής ζώνης» (cordon sanitaire) πέριξ των φασιστικών κινήσεων;

Στα καθημάς, καταλαβαίνω πως η κ. Κωνσταντοπούλου εννούσε ότι: 1) το ιστορικό περιεχόμενο της εννοίας είναι αδιάφορο – διότι η μείζων απειλή δεν είναι ο φασισμός, είναι το μνημόνιο και οι δυνάμεις που το «συνομολόγησαν». 2) αν θέλετε να το πάμε κι ένα βήμα παρακάτω, ενδεχομένως «φασισμός» είναι ακριβώς οι δυνάμεις που συνομολόγησαν το μνημόνιο, διότι αμφισβητείται αν είναι «δημοκρατικές δυνάμεις» και 3) συνεπώς αν θέλουμε να χρησιμοποιούμε τους παλαιούς όρους θα πρέπει να τους προσδώσουμε νέο περιεχόμενο. Το «δημοκρατικό τόξο» (π.χ. το προπολεμικό Λαϊκό Μέτωπο της Γαλλίας), σήμερα στα καθημάς βαφτίζεται Αντιμνημονιακό Μέτωπο και περιλαμβάνει τους πάντες (προσέξετε: τους πάντες) πλην των κομμάτων που στήριξαν το μνημόνιο, δηλαδή τη Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ (ΔΗΜΑΡ, ΛΑΟΣ και ΚΙΔΗΣΟ απαλλάσσονται, διότι κονιορτοποιημένοι ανέβλεψαν).

Θα μπορούσα να σκαλίσω ακόμη περισσότερο το θέμα, αλλά η αγωγή Καμμένου κατά του Ανδρέα Πετρουλάκη με έκανε σοφή. Διαβάζοντας πάντως προσεκτικά την επικαιρότητα, καταλαβαίνω ότι σιγά-σιγά η γλώσσα απογειώνεται. Όταν (όπως εξαιρετικά εύστοχα είπε ο Ν. Φίλης) «αρχηγός κράτους» καλείται το Άγιο Φως και τα λείψανα της Αγίας Βαρβάρας και όταν η εξαγγελία του πρωθυπουργού (το 2014, πως ο ΣΥΡΙΖΑ θα καταργήσει με ένα νόμο το μνημόνιο) βαφτίζεται «σχήμα λόγου» και όταν η Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου «καταργείται ως κοινοβουλευτική πρακτική» αλλά κατ' εξαίρεση εφαρμόζεται, τότε βεβαίως και το περιεχόμενο της έννοιας της «Δημοκρατίας» θα πρέπει να πάρει ISO από την Πρόεδρο της Βουλής. Κι αν κάποτε το πρόβλημα της γλώσσας εντοπιζόταν ανάμεσα στην καθαρεύουσα και τη δημοτική, τώρα είναι διαφορετικής υφής. Διότι η δυναμική της εξουσίας έχει σαρώσει τις «διαχωριστικές γραμμές» και το κοινωνικό πρόταγμα πλέον ενθαρρύνει την αμφισβήτηση του παντός και τον επαναπροσδιορισμό των εννοιών με το νέο γλωσσάρι – που για «καντάρι» του έχει το μνημόνιο. (Ο θεός της Ελλάδας ακούει;)

Χριστίνα Πουλίδου

Γεννήθηκε το 1958 στην Αθήνα. Σπούδασε νομικά κι έγινε δικηγόρος – ένα επάγγελμα που ποτέ δεν τίμησε, εξού και παραιτήθηκε. Με τη δημοσιογραφία ασχολήθηκε αρχικά γράφοντας στην «Αυγή» και την «Πρώτη» - στην «Αυγή» δούλεψε απ΄τα τέλη του ΄89 ως το 2012, από το ’91 ως το 2011 προστέθηκε ο «Επενδυτής» και τέλος το ΑΠΕ, όπου παραμένει. Από πολύ νωρίς ασχολήθηκε με την έννοια της Ευρώπης και την εξωτερική πολιτική. Δούλεψε πολύ στο ραδιόφωνο και στην έντυπη δημοσιογραφία και απέκτησε δύο εμμονές: α) τη διάχυση της ιδέας πως η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένα πολύ ιδιαίτερο, πολύ πολύτιμο και πολύ προστατευτικό εγχείρημα για τον πολίτη - ακόμη και στην καθημερινότητά του και β) την αναζήτηση της πραγματικότητας της «άλλης πλευράς», τον τρόπο που σκέφτονται και αντιδρούν, την παρουσίαση της «αλήθειας των άλλων». Είναι ευγνώμων σε όσους εργοδότες συμμερίστηκαν ή ανέχτηκαν τις εμμονές της, στον άντρα της (που υπήρξε πάντα υποστηρικτικός στη δουλειά της) και στους φίλους της, που την τροφοδοτούν αδιάλειπτα με τη σκέψη τους, την κρίση τους, την αγάπη τους.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News