Η ψήφος εμπιστοσύνης προς τον πρωθυπουργό της Πολωνίας, Ντόναλντ Τουσκ, αναμενόταν να εγκριθεί, καθώς ο τετρακομματικός κεντρώος συνασπισμός κατέχει 242 έδρες στη Βουλή των 460 μελών. Τελικά, 243 βουλευτές ψήφισαν υπέρ και 210 κατά, επιβεβαιώνοντας τη δεδηλωμένη.
Το κόμμα Civic Platform (Πλατφόρμα των Πολιτών) του Τουσκ, όπως και η Νέα Αριστερά, στήριξαν πλήρως την κυβέρνηση. Ωστόσο, οι άλλοι δύο κυβερνητικοί εταίροι – το φιλελεύθερο Poland 2050 και το αγροτικό Πολωνικό Λαϊκό Κόμμα (PSL)- επιδίωξαν να διασφαλίσουν συμβολικές παραχωρήσεις, χωρίς να διακινδυνεύσουν τη συνοχή του συνασπισμού, όπως μετέδωσε το Euractiv.
Το Poland 2050 απαίτησε να παραμείνει πρόεδρος της Βουλής για όλη τη θητεία ο αρχηγός του κόμματος, Σιμόν Χοουόβνια, παρότι η συμφωνία του 2023 προέβλεπε ότι ο ηγέτης της Νέας Αριστεράς, Βουαντσεμίερ Τσαρζάστι, θα αναλάμβανε το αξίωμα στο δεύτερο μισό της κοινοβουλευτικής περιόδου.
Την ίδια στιγμή, το Πολωνικό Λαϊκό Κόμμα ζήτησε την αντικατάσταση του Τουσκ από τον δικό του ηγέτη, Βουαντσεβ Κοσινιάκ-Καμίς, ο οποίος είναι Αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και Υπουργός Άμυνας. Μέχρι την Τετάρτη, καμία από τις δύο αξιώσεις δεν είχε λάβει δεσμευτικό χαρακτήρα.
Η ψήφος εμπιστοσύνης προκλήθηκε από τις προεδρικές εκλογές της 1ης Ιουνίου, στις οποίες ο Καρόλ Ναβρότσκι, συντηρητικός υποψήφιος προσκείμενος στο αντιπολιτευόμενο κόμμα Νόμος και Δικαιοσύνη (PiS), επικράτησε οριακά του Ραφάου Τσαρσκόφσκι, υποψήφιου του Civic Platform.
Το αποτέλεσμα θεωρήθηκε πολιτικό πλήγμα για τον Τουσκ, αμφισβητώντας τη δυναμική της μεταρρυθμιστικής του ατζέντας σε κρίσιμα ζητήματα όπως το κράτος δικαίου και τα δικαιώματα των γυναικών. Προκειμένου να επαναβεβαιώσει τον έλεγχο της κατάστασης, ο πρωθυπουργός κατέφυγε στη Βουλή, ζητώντας ψήφο εμπιστοσύνης στις 3 Ιουνίου.
