Protagon Main Image
Kάμφθηκαν και οι τελευταίες αντιδράσεις των Γερμανών και τα Eurofighter οδεύουν στην Τουρκία | REUTERS/Axel Schmidt/File Phot
Επικαιρότητα

Πρέπει να ανησυχούμε για τα Eurofighter στην Τουρκία;

Πώς απάντησε ο Πρωθυπουργός για τη διαφαινόμενη προμήθεια των μαχητικών από τη γείτονα μετά το «ναι» των συμπαραγωγών χωρών. Νέα επιστολή-προειδοποίηση σε Ρούμπιο από AJC και HALC για to ασυμβίβαστο της πώλησης F-35 στον Ερντογάν
Protagon Team

Στη συνέντευξή του στη Σία Κοσιώνη, ο Πρωθυπουργός ανάμεσα σε άλλα (εδώ) απάντησε και για την προοπτική προμήθειας των μαχητικών Eurofighter από την Τουρκία – σε ένα θέμα που επίσης συγκέντρωσε τα βέλη της κριτικής από την αντιπολίτευση και κονδυλοφόρους του Διαδικτύου (αναφορικά με την αδυναμία της κυβέρνησης να αποτρέψει ένα τέτοιο ενδεχόμενο).

Το  2019, υπενθύμισε στην απάντησή του ο Κυριάκος Μητσοτάκης,  η Ελλάδα είχε απέναντί της μια Τουρκία η οποία είχε μια παραγγελία για 100 F-35 -παραγγελία που για διάφορους λόγους τελικά δεν υλοποιήθηκε, με υπαιτιότητα της ίδιας της Τουρκίας λόγω της αγοράς του (ρωσικού) συστήματος S-400.

Έκτοτε, τόνισε, η Ελλάδα «προχωρά με γρήγορο ρυθμό το πρόγραμμα της αναβάθμισης των F-16, έχει αποκτήσει 24 Rafale με πολύ σημαντικές δυνατότητες, έχει μπει στο πρόγραμμα F-35, τα οποία θα αρχίσουν να παραδίδονται πριν το τέλος της δεκαετίας και ουσιαστικά έχει αλλάξει, δεν θα έλεγα την ισορροπία, αλλά σίγουρα την αποτρεπτική δυνατότητα της χώρας μας σε σχέση με το πού βρισκόμασταν».

Και με αφορμή τις μεμψιμοιρίες για το «ναι» των συμπαραγωγών χωρών στην Τουρκία (με πρώτους τους Βρετανούς) για τα Eurofighter, ο Πρωθυπουργός έθεσε την ουσιαστική διάσταση των πραγμάτων, λέγοντας:

«Εχουμε ανάγκη πρώτα και πάνω από όλα να μην φοβόμαστε. Και να μην μεγαλοποιούμε την οποιαδήποτε κίνηση του αντιπάλου και να πατάμε στα πόδια μας με αυτοπεποίθηση»,

Και έκλεισε τη σχετική αναφορά του με την εκτίμηση ότι οι Ευρωπαίοι θα πειστούν εν τέλει ώστε να υπάρξουν αιρεσιμότητες προκειμένου αυτά τα αεροσκάφη -καίτοι υποδεέστερα των F-35 που θα έχει σε λίγο καιρό στη δύναμή της η Πολεμική μας Αεροπoρία- να μη χρησιμοποιούνται έναντι άλλων ευρωπαϊκών χωρών.

Σημείωσε δε, ότι  η Τουρκία εδώ και σχεδόν δύο χρόνια πρακτικά δεν κάνει παραβιάσεις στο Αιγαίο, κάτι το οποίο αξιολόγησε ως αρκετά σημαντικό, αφού όπως εκτίμησε, βοηθά συνολικά και στην εξομάλυνση των διμερών σχέσεων.

«Εγώ δεν θέλω να έχω ιδιαίτερες εντάσεις με την Τουρκία, αλλά δεν πρόκειται να κάτσω και με σταυρωμένα χέρια να παρακολουθώ τετελεσμένα τα οποία ζημιώνουν τελικά τα εθνικά συμφέροντα», ξεκαθάρισε ο κ. Μητσοτάκης και ακολούθως έκρινε πως «η μη δραστηριότητα της Τουρκίας οφείλεται σε  μεγάλο βαθμό και  στο γεγονός ότι η Τουρκία γνωρίζει πολύ καλά ότι αν θέλει αύριο να προμηθευτεί καινούργια αεροσκάφη F-16 -γιατί τα F-35 δεν νομίζω ότι είναι θέμα συζήτησης- θα γνωρίζει πολύ καλά ότι οι όροι που θα μπουν από την αμερικανική Γερουσία και το Κογκρέσο θα είναι ακριβώς αντίστοιχοι».

Οι ανωτέρω δηλώσεις Μητσοτάκη ήρθαν μία μόλις ημέρα μετά την κοινή επιστολή -με τελικό αποδέκτη τον αμερικανό ΥΠΕΞ Μάρκο Ρούμπιο-  από την  Αμερικανική Εβραϊκή Επιτροπή (AJC) και το Ελληνοαμερικανικό Συμβούλιο Ηγεσίας (HALC) με την οποία ζητούσαν από τα μέλη του Κογκρέσου να ενώσουν τη φωνή τους με τους νομοθέτες που αντιτίθενται στην επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35.

Στη διακομματική επιστολή που βρισκόταν στο στάδιο της συλλογής υπογραφών, οι αμερικανοί βουλευτές επισημαίνουν τους κινδύνους που εγείρει μια πιθανή επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 και ζητούν από την κυβέρνηση Τραμπ να παραμείνει αντίθετη σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

Οι δύο οργανώσεις υπενθυμίζουν στους νομοθέτες ότι η Τουρκία συνεχίζει να παραβιάζει τον νόμο CAATSA και να αντιτίθεται στα αμερικανικά περιφερειακά συμφέροντα μέσω των απειλών σε βασικούς περιφερειακούς εταίρους, όπως η Ελλάδα, η Κύπρος και το Ισραήλ.

Στο ίδιο πλαίσιο, τονίζεται ότι οι απειλές εναντίον του Ισραήλ έχουν καταστήσει την πώληση των F-35 στην Τουρκία ασυμβίβαστη με το νομοθετικά επιβεβλημένο Ποιοτικό Στρατιωτικό Πλεονέκτημα που το Ισραήλ απολαμβάνει.

Η επιστολή διανέμεται από τους Κρις Πάππας, Γκας Μπιλιράκη, Ντίνα Τάιτους και Νικόλ Μαλλιωτάκη, ενώ μέχρι στιγμής στη συγκεκριμένη πρωτοβουλία συμμετέχουν οι βουλευτές Τζιμ Κόστα, Ράντι Φάιν, Λόρα Φρίντμαν, Νταν Γκόλντμαν, Τζος Γκότθεϊμερ, Μάικ Χαριδόπουλος, Γκρέις Μενγκ, Φρανκ Παλόνε, Μπραντ Σνάιντερ, Ρίτσι Τόρες και Νίντια Βελάσκεθ. Η προθεσμία για τη συλλογή υπογραφών έληγε την Πέμπτη 24 Ιουλίου.

Ακολουθεί ολόκληρη η επιστολή του AJC και του HALC

«Εκ μέρους της Αμερικανικής Εβραϊκής Επιτροπής (AJC) και του Ελληνοαμερικανικού Συμβουλίου Ηγεσίας (HALC), σας γράφουμε για να σας ζητήσουμε να συμμετάσχετε στην διακομματική επιστολή για την προστασία της τεχνολογίας των F-35 και την απόδοση ευθυνών στην Τουρκία για παραβιάσεις του νόμου CAATSA.

Η Τουρκία κατέστησε τον εαυτό της μη επιλέξιμο για την αγορά αμερικανικών όπλων όταν αγόρασε τους ρωσικούς S-400, κατά παράβαση του Νόμου για την Αντιμετώπιση των Αντιπάλων της Αμερικής μέσω Κυρώσεων (CAATSA). Παρά το γεγονός ότι της δόθηκαν πολλές ευκαιρίες κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων κυβερνήσεων να διορθώσει την παραβίαση της αμερικανικής νομοθεσίας, η Τουρκία επέμεινε να την παρακάμπτει αντί να συμμορφωθεί.

Δεδομένων των ανησυχιών που εγείρονται από ένα ευρύ φάσμα αμυντικών φορέων σχετικά με τη συνεγκατάσταση των F-35 στο ίδιο θέατρο με τους ρωσικούς S-400, η μεταφορά του πιο προηγμένου μαχητικού αεροσκάφους της Αμερικής θα υπονόμευε τις αμερικανικές αξίες και συμφέροντα.

Η πρόσβαση σε αμερικανικά οπλικά συστήματα είναι ένα προνόμιο που η Τουρκία πρέπει να κερδίσει και όχι ένα αναφαίρετο δικαίωμα. Πέρα από την παραβίαση του νόμου CAATSA, η Τουρκία απειλεί τα αμερικανικά συμφέροντα και τους εταίρους των ΗΠΑ, αμφισβητώντας την ελληνική κυριαρχία με αμερικανικά όπλα, συνεχίζοντας την κατοχή της Κύπρου με αμερικανικά όπλα, επιτιθέμενη στους Κούρδους εταίρους της Αμερικής με αμερικανικά όπλα. Η Άγκυρα έχει απειλήσει το Ισραήλ και έχει καταστήσει την πώληση F-35 στην Τουρκία ασυμβίβαστη με το νομοθετικά επιβεβλημένο Ποιοτικό Στρατιωτικό Πλεονέκτημα για το Ισραήλ.

Για όλους αυτούς τους λόγους, σας προτρέπουμε να συμμετάσχετε σε αυτήν την διακομματική επιστολή».

Exit mobile version