Πώς θα κινηθεί ο «Αμερικανός» Φρίντριχ Μερτς απέναντι στον Τραμπ;
Πώς θα κινηθεί ο «Αμερικανός» Φρίντριχ Μερτς απέναντι στον Τραμπ;
Ο Φρίντριχ Μερτς, ο οποίος οδήγησε την τη γερμανική Κεντροδεξιά στη νίκη στις γερμανικές εκλογές του περασμένου Φεβρουαρίου με 29%, και αναμένεται ορκιστεί καγκελάριος στις 7 Μαΐου, μετά και τη συμφωνία των CDU/CSU με τους Σοσιαλδημοκράτες, έχει πει πολλές φορές ότι θαυμάζει τον Ρόναλντ Ρίγκαν. Και ότι αγαπά ιδιαίτερα ένα από τα αστεία του, που παράλληλα συνοψίζει τον αμερικανικού τύπου σκεπτικισμό του γερμανού πολιτικού για τον ρόλο της κρατικής παρέμβασης: «Οι εννέα πιο τρομακτικές λέξεις στην αγγλική γλώσσα», έλεγε ο Ρίγκαν, «είναι “είμαι από την κυβέρνηση και ήρθα για να βοηθήσω”».
Ο Μερτς έχει ταξιδέψει στις ΗΠΑ περισσότερες από 100 φορές και θεωρείται ο πιο κοντινός στην Αμερική ηγέτης που είχε –και θα μπορούσε να έχει– ποτέ η Γερμανία. Και όμως, η εκλογική νίκη του και η ανάδειξή του στην καγκελαρία της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρώπης, έρχεται ακριβώς τη στιγμή που η αγαπημένη του Αμερική έχει μετατραπεί για τη Γερμανία από ένας πολύτιμος φίλος σε πρόβλημα. Τούτο παρατήρησε πρόσφατα το Politico. Ο Μερτς και άλλοι ευρωπαίοι ηγέτες βλέπουν όλο και περισσότερο τις ΗΠΑ όχι πια ως φάρο, αλλά μάλλον ως μια ξένη δύναμη που ενώνεται με τη Ρωσία και την Κίνα για να υπονομεύσουν σταθερά τις ολοένα πιο εύθραυστες δημοκρατίες τους.
Αυτή, ίσως θα είναι η πιο μεγάλη πρόκλησή του, καθώς αναλαμβάνει την εξουσία στη Γερμανία σε «καιρούς που αλλάζουν».
«Ζούμε την αλλαγή των καιρών», είπε ο ίδιος ο Μερτς επί σκηνής στην πολυσυζητημένη, αλλά κάπως ξεχασμένη με όσα μεσολάβησαν έως τώρα, Διάσκεψη για την Ασφάλεια του Μονάχου, λίγο αφότου ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς είχε δώσει τη γνωστή και γεμάτη προσβολές ομιλία στην οποία απεικόνισε τα κεντρώα κόμματα της Ευρώπης ως τη μεγαλύτερη απειλή για την ευρωπαϊκή ασφάλεια. «Αν δεν ακούσουμε το σήμα αφύπνισης τώρα», πρόσθεσε ο Μερτς, «ίσως να είναι πολύ αργά για ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ενωση».
Οι γερμανοί ηγέτες, συμπεριλαμβανομένου του Μερτς, άργησαν να αποδεχθούν αυτή τη νέα πραγματικότητα. Μέχρι και πριν λίγο καιρό επαναλάμβαναν σαν ευχή-μάντρα ότι η διατλαντική συμμαχία θα αντέξει, παρά τα σαφή μηνύματα από την κυβέρνηση Τραμπ ότι θα σταματήσει την παροχή στρατιωτικής βοήθειας προς την Ουκρανία, θα αμφισβητήσει τη δέσμευση των ΗΠΑ να υπερασπιστεί την Ευρώπη και θα ενισχύσει τις ακροδεξιές, φιλικές προς το Κρεμλίνο δυνάμεις.
♦ Διαβάστε: Οι υπουργοί του Μερτς στον Μεγάλο Συνασπισμό
Το ερώτημα που θα καθορίσει τη θητεία του Μερτς είναι αν μπορεί να οδηγήσει τη Γερμανία και την Ευρώπη στην υπεράσπιση της φθίνουσας φιλελεύθερης τάξης πραγμάτων, χωρίς τις ΗΠΑ ή εάν, όντως, είναι ήδη σχεδόν πολύ αργά.
Ανοδος, πτώση και άνοδος ξανά
Γεννημένος μια δεκαετία μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στο Ζάουερλαντ, μια αγροτική, ορεινή περιοχή της Δυτικής Γερμανίας, ο Μερτς υπήρξε μετριότατος μαθητής, ενώ κάπνιζε, έπινε και ήταν επιρρεπής σε πειθαρχικά προβλήματα. Επηρεάστηκε, όμως, από τη βαθιά ενσωματωμένη συντηρητική νοοτροπία της περιοχής και εντάχθηκε στην κεντροδεξιά Χριστιανοδημοκρατική Ενωση, όταν ήταν ακόμη στο γυμνάσιο. Αφού υπηρέτησε μια σύντομη θητεία στον στρατό, πήγε στο Πανεπιστήμιο της Βόννης, τότε πρωτεύουσα της Δυτικής Γερμανίας, όπου σπούδασε Νομικά.
Εγινε συντηρητικός βουλευτής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου το 1989, τη χρονιά που έπεσε το Τείχος του Βερολίνου. Πέντε χρόνια αργότερα εξελέγη στη γερμανική Bundestag, όπου ανέπτυξε στενή σχέση με τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. Υπό την κηδεμονία του Σόιμπλε, ο Μερτς άρχισε να θεωρείται πιθανή επιλογή για υποψήφιος καγκελάριος.
Ωστόσο, η ανοδική πορεία του έληξε το 2002, όταν έχασε τη μάχη εξουσίας από την πιο κεντρώα Ανγκελα Μέρκελ.
Καθώς δεν έβλεπε κανέναν ρόλο για τον εαυτό του στο CDU υπό τη Μέρκελ, ο Μερτς αποσύρθηκε στα μετόπισθεν και εν μέσω της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008 δημοσίευσε μια πρόταση για τις ελεύθερες αγορές, με τίτλο «Ας τολμήσουμε για περισσότερο καπιταλισμό». Εναν χρόνο αργότερα άφησε την Μπούντεσταγκ, για να εργαστεί ως εταιρικός δικηγόρος, ενώ ανέλαβε επίσης το τιμόνι του Atlantik-Brücke, ενός λόμπι που υποστηρίζει τους διατλαντικούς δεσμούς. Μέσα από αυτό, ο Μερτς πίεσε για την εμπορική συμφωνία ΕΕ-ΗΠΑ, τη Διατλαντική Εμπορική και Επενδυτική Συνεργασία, ή TTIP, και σφυρηλάτησε στενότερες σχέσεις με τις ΗΠΑ.
♦ Διαβάστε: Το πάση θυσία της Γερμανίας
Επί μια δεκαετία στον ιδιωτικό τομέα, ο Μερτς συμμετείχε σε μια σειρά εταιρικών διοικητικών συμβουλίων, συμπεριλαμβανομένης της τετραετούς θητείας του στην αμερικανική εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων BlackRock, μια περίοδο που ο ίδιος θεωρεί από τις πιο ευτυχισμένες στη ζωή του. Οι επικριτές του τον κατηγορούν ότι απλώς χρησιμοποίησε τις πολιτικές διασυνδέσεις του για να γίνει εκατομμυριούχος.
Οταν η Μέρκελ παραιτήθηκε από την ηγεσία του CDU το 2018, ο Μερτς είδε την ευκαιρία να επιστρέψει στην πολιτική. Οι γενναιόδωρες πολιτικές της Μέρκελ για τους πρόσφυγες, πίστευε ο Μερτς, είχαν δημιουργήσει διαρροές στη δεξιά πλευρά του CDU και επέτρεψαν την άνοδο του ακροδεξιού κόμματος Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD). Ο Μερτς ξεκίνησε να αναιρεί μεγάλο μέρος της κληρονομιάς της Μέρκελ και άρχισε να στρέφει απότομα το CDU προς τα δεξιά. Το κόμμα, που επιζητούσε ανανέωση, μετά τα 16 χρόνια της Μέρκελ και μια εκλογική ήττα από το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) του Ολαφ Σολτς το 2021, τον εξέλεξε πρόεδρο στις αρχές του 2022, στην τρίτη προσπάθειά του για τη θέση.
Λαϊκιστής ή λάτρης του ρίσκου;
Αν και ο Μερτς και οι συντηρητικοί του αναδείχθηκαν νικητές στις εκλογές της 23ης Φεβρουαρίου, οι έρευνες δείχνουν ότι ο Μερτς δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλής στο κοινό.
Σε μια χώρα που παραμένει βαθιά σκεπτικιστική απέναντι στον χρηματοπιστωτικό κλάδο, ο πλούτος του και η θητεία του στην BlackRock αντιμετωπίζονται συχνά με καχυποψία, σημείωνε πριν λίγες εβδομάδες το Politico. Δεν βοηθάει το γεγονός ότι ταξιδεύει τακτικά σε όλη τη χώρα με το δικό του δικινητήριο αεροπλάνο, το οποίο πιλοτάρει ο ίδιος, έχοντας εκπληρώσει ένα όνειρο ζωής όταν πήρε το δίπλωμα πιλότου στα 50 του.
«Ο Φρίντριχ Μερτς δεν είναι πραγματικά πολύ αγαπητός, αλλά τον σέβονται», είπε στο Politico στα τέλη του περασμένου έτους ο Γκίντερ Ετινγκερ, πρώην υψηλόβαθμος πολιτικός του CDU και ευρωπαίος επίτροπος.
Ωστόσο, ο Μερτς έχει επίσης τη φήμη ότι είναι παρορμητικός και επιρρεπής σε λαϊκιστικές ρητορικές, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για τη μετανάστευση. Οι υπερασπιστές του λένε ότι είναι απλώς ριψοκίνδυνος και ότι μπορεί να τα βγάλει πέρα όταν ανεβαίνουν οι τόνοι.
Ο Μερτς πήρε ένα από τα μεγαλύτερα ρίσκα του λίγο πριν από τις εκλογές. Επειτα από μια σειρά επιθέσεων που χρεώθηκαν σε αιτούντες άσυλο, είδε την παράταξή του να υποχωρεί σταθερά στις δημοσκοπήσεις, ενώ το ξενοφοβικό AfD ανέβαινε. Τον Ιανουάριο, αφού ένας Αφγανός με μαχαίρι επιτέθηκε σε μια ομάδα παιδιών προσχολικής ηλικίας σε ένα πάρκο στη Βαυαρία, ο Μερτς αποφάσισε ότι ήρθε η ώρα για μια δραστική αλλαγή.
Σε μια κίνηση που έριξε το μεταπολεμικό «τείχος προστασίας» της Γερμανίας γύρω από την Ακροδεξιά, ο ίδιος και οι συντηρητικοί του ευθυγραμμίστηκαν με το AfD σε μια προσπάθεια να περάσουν σκληρά μέτρα μετανάστευσης μέσω του κοινοβουλίου, συμπεριλαμβανομένης μιας πρότασης για απόρριψη αιτούντων άσυλο στα σύνορα.
Σε απάντηση στην αποδοχή της υποστήριξης του AfD προς τον Μερτς, δεκάδες χιλιάδες αγανακτισμένοι διαδηλωτές βγήκαν σε πόλεις σε όλη τη χώρα. «Ο Μερτς δεν μπορεί πλέον να είναι αξιόπιστος», είπε ο Σολτς, του οποίου το κεντροαριστερό SPD ήρθε τρίτο στις εκλογές της 23ης Φεβρουαρίου. Ο Ρόμπερτ Χάμπεκ, ο υποψήφιος καγκελάριος των Πρασίνων, χαρακτήρισε την κίνηση του Μερτς «απαράδεκτη» για κάποιον που διεκδικεί το αξίωμα του καγκελαρίου.
Ομως, οι ψηφοφόροι, που υποστήριζαν σε μεγάλο βαθμό τις σκληρές μεταναστευτικές πολιτικές του, τελικά διαφώνησαν, ανεβάζοντας τον Μερτς στην εξουσία.
Υπερατλαντική απογοήτευση
Οι γερμανοί συντηρητικοί ήλπιζαν ότι οι σκληρές συνοριακές πολιτικές του Μερτς, το επιχειρηματικό του υπόβαθρο και η εξοικείωση του με τις ΗΠΑ θα τον κάνουν αγαπητό στον Ντόναλντ Τραμπ.
Ο Μερτς έχει επίσης δεσμευθεί να κάνει «συμφωνίες» μέσω των οποίων η Γερμανία θα μπορούσε να γίνει αρεστή στον Τραμπ, αγοράζοντας αμερικανικά μαχητικά αεροσκάφη F-35 και ενισχύοντας τις αμυντικές δαπάνες της, ώστε να βρεθεί σταθερά πάνω από τον στόχο δαπανών του ΝΑΤΟ, του 2% του ΑΕΠ. Ο Μερτς μπορεί κάποια στιγμή να προσπαθήσει επίσης να επαναφέρει τις διαπραγματεύσεις για την TTIP, η οποία κατέρρευσε κατά την πρώτη κυβέρνηση Τραμπ –αν κα με τον Λευκό Οίκο να ανακοινώνει δασμούς στα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα κάτι τέτοιο μοιάζει πλέον αφελές.
Δεν είναι τυχαίο ότι το Politico παρατηρούσε πως όλο το προηγούμενο διάστημα η προσέγγιση του Μερτς προς την κυβέρνηση Τραμπ συνίστατο κυρίως στην άρνηση του τεράστιου μεγέθους της πρόκλησης.
Μόλις μια μέρα πριν από την περιβόητη ομιλία του Τζέι Ντι Βανς στο Μόναχο, το Atlantik-Brücke, το γκρουπ υπερατλαντικών λόμπι με πρώην επικεφαλής τον Μερτς, δημοσίευσε ένα από τα δοκίμιά του για τη διατλαντική σχέση: «Η συμμαχία μας με την Αμερική ήταν, είναι και θα παραμείνει υψίστης σημασίας για την ασφάλεια, την ελευθερία και την ευημερία στην Ευρώπη», έγραψε ο Μερτς. Με τον Τραμπ, συνέχισε, «οι διατλαντικές σχέσεις θα αλλάξουν ξανά και όμως θα συνεχίσουμε να μοιραζόμαστε κοινές αξίες, συμφέροντα και μια κοινή υπόσχεση προστασίας εντός του ΝΑΤΟ».
Φυσικά, λίγες ημέρες αργότερα, ο τόνος του Μερτς άλλαξε δραματικά, καθώς προειδοποίησε για μια υπερατλαντική ρήξη.
«Οι διαφορές μεταξύ των ΗΠΑ και της Ευρώπης αποκτούν μια εντελώς νέα μορφή», έγραψε σε ένα σημείωμα προς τους υποστηρικτές του, μετά την ομιλία του Βανς. «Τώρα δεν είναι πλέον μόνο η άμυνα. Τώρα πρόκειται για τη βασική μας κατανόηση περί δημοκρατίας και μιας ανοιχτής κοινωνίας». Ο Μερτς συνέκρινε τη στιγμή με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022, όταν, όπως το έθεσε, «ξυπνήσαμε από τα όνειρά μας και έπρεπε να καταλάβουμε ότι ο κόσμος μας δεν είναι πια αυτό που έπρεπε να είναι».
Οι γερμανοί και οι ευρωπαίοι ηγέτες ανησύχησαν ακόμη περισσότερο όταν ο Τραμπ, λίγες ημέρες αργότερα, κατηγόρησε την Ουκρανία και όχι το Κρεμλίνο για την έναρξη του πολέμου και στη συνέχεια αποκάλεσε τον ουκρανό πρόεδρο, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, «δικτάτορα».
Μετά τις δηλώσεις του Τραμπ, ο Μερτς προειδοποίησε τους υποστηρικτές του, σε συγκέντρωση στην πολιτεία της Εσσης, ότι η «αυταρχική συμπεριφορά στην ηγεσία» στις ΗΠΑ θα μπορούσε να διατηρηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα. «Η απάντησή μας μπορεί να είναι μόνο ότι πρέπει επιτέλους να γίνουμε ανθεκτικοί, ικανοί να αμυνθούμε και ικανοί να σταθούμε στα πόδια μας στην Ευρώπη», πρόσθεσε.
Σε συνέντευξή του την επόμενη ημέρα, ο Μερτς προειδοποίησε ότι η Ευρώπη πρέπει να προετοιμαστεί για το ενδεχόμενο ο Τραμπ να τερματίσει την προστασία του ΝΑΤΟ, λέγοντας ότι η Γερμανία πρέπει να συζητήσει την «πυρηνική ασφάλεια» της με τις δύο ευρωπαϊκές πυρηνικές δυνάμεις, το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γαλλία. Σαν να μην έφταναν αυτά άλλωστε, ακολούθησε εξάλλου το νέο… ανδραγάθημα του αμερικανού προέδρου, η εφαρμογή μιας ακραίας, αλλοπρόσαλλης και επιθετικής δασμολογικής πολιτικής, η οποία απείλησε ευθέως τις γερμανικές βιομηχανίες, ιδίως αυτές στους κλάδους του αυτοκινήτου και των φαρμάκων.
Η αλλαγή στη ρητορική του Μερτς είχε δείξει από νωρίς πόσο ενοχλημένος είναι με την κυβέρνηση Τραμπ. Το ερώτημα είναι εάν ο επόμενος καγκελάριος της Γερμανίας θα καταφέρει να οδηγήσει τη χώρα του, και κατ’ επέκταση την Ευρωπαϊκή Ενωση, σε μια θεμελιωδώς νέα κατεύθυνση.
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
