Σε νέα τροχιά έντασης μπαίνουν οι σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών και Κούβας, καθώς η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ έδωσε εντολή στους αμερικανούς διπλωμάτες να καταψηφίσουν το επικείμενο ψήφισμα του ΟΗΕ που ζητά την άρση του εμπάργκο εναντίον της Αβάνας.
Η οδηγία, που αποκαλύπτεται σε εσωτερικό τηλεγράφημα του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών το οποίο εξασφάλισε το πρακτορείο Reuters, συνοδεύεται από νέες κατηγορίες πως η Κούβα στηρίζει ενεργά τη Ρωσία στον πόλεμο της Ουκρανίας.
Σύμφωνα με το τηλεγράφημα, το οποίο εστάλη στις 2 Οκτωβρίου σε δεκάδες αμερικανικές διπλωματικές αποστολές, η Ουάσιγκτον ζητεί από τους εκπροσώπους της να ενημερώσουν τις κυβερνήσεις των χωρών υποδοχής ότι η κουβανική κυβέρνηση «παρέχει ενεργή υποστήριξη στη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία», υπογραμμίζοντας ότι από 1.000 έως 5.000 Κουβανοί πολεμούν στο πλευρό των ρωσικών δυνάμεων.
Το ψήφισμα του ΟΗΕ, που εγκρίνεται κάθε χρόνο με μεγάλη πλειοψηφία από το 1992, καλεί τις ΗΠΑ να τερματίσουν το οικονομικό και εμπορικό εμπάργκο που έχει επιβάλει στην Κούβα εδώ και περισσότερες από έξι δεκαετίες.
Ο εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ αρνήθηκε να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με τους κουβανούς μαχητές, αλλά επιβεβαίωσε ότι η αμερικανική κυβέρνηση λαμβάνει υπόψη «σοβαρές αναφορές» για τη συμμετοχή τους στις ρωσικές επιχειρήσεις. «Το κουβανικό καθεστώς απέτυχε να προστατεύσει τους πολίτες του από το να χρησιμοποιούνται ως πιόνια στον ρωσο-ουκρανικό πόλεμο», δήλωσε ο ίδιος.
Τις τελευταίες εβδομάδες, ουκρανοί αξιωματούχοι φέρονται να έχουν προειδοποιήσει αμερικανούς νομοθέτες για τη διευρυνόμενη στρατολόγηση κουβανών μισθοφόρων από τη Μόσχα, σε μια προσπάθεια ενίσχυσης του μετώπου της Ουκρανίας. Από την πλευρά της, η Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Κούβας στα Ηνωμένα Έθνη δεν απάντησε σε αίτημα σχολιασμού του Reuters.
Το ψήφισμα του ΟΗΕ για το εμπάργκο αναμένεται να τεθεί ξανά σε ψηφοφορία, όπως κάθε χρόνο. Πέρυσι, 187 χώρες ψήφισαν υπέρ της άρσης του, με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ να καταψηφίζουν και τη Μολδαβία να απέχει.
Από την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει υιοθετήσει πιο σκληρή πολιτική απέναντι στην Αβάνα, επαναφέροντας την Κούβα στη λίστα των κρατών που χρηματοδοτούν την τρομοκρατία και εντείνοντας τις οικονομικές και ταξιδιωτικές κυρώσεις.
Παράλληλα, επέβαλε περιορισμούς σε ξένες εταιρείες που απασχολούν κουβανούς γιατρούς στο εξωτερικό, ενώ έχει διπλασιάσει την πίεση προς τη Μόσχα, απειλώντας με κυρώσεις όσους αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο και επιτρέποντας τη μεταφορά πληροφοριών των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών στην Ουκρανία για τη στόχευση ρωσικών ενεργειακών εγκαταστάσεων.
Το τηλεγράφημα του αμερικανικού ΥΠΕΞ κατηγορεί επίσης την Κούβα ότι υπονομεύει τις δημοκρατίες του δυτικού ημισφαιρίου, σε μια περίοδο που οι σχέσεις Ουάσιγκτον–Βενεζουέλας παραμένουν τεταμένες.
Την ίδια στιγμή, ο αμερικανικός στρατός έχει εντείνει τις επιχειρήσεις του στην Καραϊβική, πλήττοντας σκάφη προερχόμενα από τη Βενεζουέλα τα οποία, σύμφωνα με τις αμερικανικές αρχές, μετέφεραν ναρκωτικά. Η τελευταία τέτοια επιχείρηση πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή.
Απαντώντας στις κατηγορίες, ο κουβανός υπουργός Εξωτερικών Μπρούνο Ροντρίγκες κάλεσε τα Ηνωμένα Εθνη να αποτρέψουν τις Ηνωμένες Πολιτείες από το να προκαλέσουν «έναν νέο πόλεμο» στην περιοχή. Κατηγόρησε την Ουάσιγκτον ότι χρησιμοποιεί τον αγώνα κατά του εμπορίου ναρκωτικών ως πρόσχημα για στρατιωτική επέμβαση, χαρακτηρίζοντας τη στάση της «χυδαία και γελοία πρόφαση για επιθετικότητα».
