Τι δεν καταλαβαίνει ο κόσμος για το Ισραήλ
Τι δεν καταλαβαίνει ο κόσμος για το Ισραήλ
Η φωνή του Μπένι Γκαντζ, που διετέλεσε υπουργός Αμυνας και μέλος του πολεμικού συμβουλίου του Ισραήλ κατά τις επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου 2023, δίνει ένα σπάνιο εσωτερικό βλέμμα στις ισραηλινές θέσεις. Σε άρθρο του στους Times της Νέας Υόρκης, ο Γκαντζ εξηγεί τι, κατά τη γνώμη του, παρανοεί η Δύση για τον πόλεμο του Ισραήλ με τη Χαμάς και την προοπτική δημιουργίας παλαιστινιακού κράτους.
«Από τις 7 Οκτωβρίου 2023, ως μέλος του πολεμικού συμβουλίου του Ισραήλ αλλά και ως ηγέτης της αντιπολίτευσης», γράφει ο Γκαντζ, «παρατηρώ πώς πολλοί στη Δύση παρερμηνεύουν τις κινήσεις της χώρας μου στον πόλεμο κατά της Χαμάς. Για τους Ισραηλινούς, εκείνη η μέρα δεν ήταν ένας ακόμη σταθμός στον μακρόχρονο κύκλο βίας. Ηταν μια στρατηγική τομή και μια οδυνηρή υπενθύμιση του τι συμβαίνει όταν η τρομοκρατία που βρίσκεται στην πόρτα μας υποτιμάται».
Ο Γκαντζ έχει υπηρετήσει ως αρχηγός του Γενικού Επιτελείου του Ισραήλ και ως ηγέτης της αντιπολίτευσης, παίζοντας καθοριστικό ρόλο σε στρατηγικά και εθνικά θέματα ασφαλείας. Είναι γνωστός για την προσήλωσή του στην ασφάλεια του Ισραήλ και στη σταθερότητα της περιοχής. Είναι ιδρυτής και ηγέτης του κόμματος Kachol Lavan («Μπλε και Λευκό»), ενός κεντροαριστερού, κοσμικού κόμματος που εστιάζει στην εθνική ασφάλεια, την κοινωνική δικαιοσύνη και την αντιπολίτευση στο δεξιό-εθνικιστικό κόμμα Λικούντ του Μπενιαμίν Νετανιάχου. Το κόμμα του έχει συχνά παίξει ρόλο «γέφυρας» σε κυβερνητικούς σχηματισμούς συνεργασίας.
Στη Δύση, επισημαίνει, η ανάλυση της ισραηλινής πολιτικής γίνεται συχνά μέσα από το πρίσμα του εκάστοτε πρωθυπουργού, κυρίως του Μπενιαμίν Νετανιάχου. Η συζήτηση παρουσιάζεται σαν να ξεκινά και να τελειώνει η ασφάλεια του Ισραήλ με έναν άνθρωπο. Αυτό, σημειώνει, είναι λάθος που βλάπτει όχι μόνο τη σταθερότητα της περιοχής, αλλά και την ίδια την παγκόσμια ασφάλεια.
Ο Γκαντζ υπενθυμίζει ότι στο Ισραήλ υπάρχουν βαθιές πολιτικές διαφορές και ότι ο ίδιος έχει υπάρξει σφοδρός επικριτής του Νετανιάχου. Ομως η εθνική ασφάλεια, όπως τονίζει, δεν είναι «κομματική ιδιοκτησία». Αντιθέτως, στηρίζεται σε μια εθνική συναίνεση που προκύπτει από τις σκληρές πραγματικότητες της περιοχής. Στην καρδιά αυτής της συναίνεσης βρίσκεται η αντίθεση στην αναγνώριση παλαιστινιακού κράτους χωρίς προηγούμενη εξασφάλιση λογοδοσίας, αποριζοσπαστικοποίησης και καταστολής της τρομοκρατίας.
Η αυξανόμενη στήριξη στη Δύση προς την αναγνώριση της Παλαιστίνης, γράφει στους New York Times, δεν είναι απλώς μια μομφή προς τον Νετανιάχου: «Η διεθνής αναγνώριση του παλαιστινιακού κράτους στις σημερινές συνθήκες δεν είναι απόρριψη του Νετανιάχου. Είναι απόρριψη της διακομματικής συναίνεσης ασφάλειας του Ισραήλ».
Ο Γκαντζ υπενθυμίζει τα γεγονότα μετά την αποχώρηση του Ισραήλ από τη Γάζα το 2005. Η Παλαιστινιακή Αρχή ανέλαβε τότε τον έλεγχο, αλλά γρήγορα η Χαμάς κατέλαβε την εξουσία με τη βία, ενισχυόμενη από το Ιράν. Το αποτέλεσμα ήταν η στρατιωτική ενίσχυση της Χαμάς και, τελικά, η σφαγή της 7ης Οκτωβρίου. «Αυτό δεν ήταν τυχαίο», σημειώνει, «αλλά συνέπεια μιας Αρχής χωρίς νομιμοποίηση».
Σήμερα, η Παλαιστινιακή Αρχή συνεχίζει να αποτυγχάνει να αποτρέψει τρομοκρατικές επιθέσεις, να προωθεί τη βία σε σχολικά εγχειρίδια και να διεξάγει καμπάνιες διεθνούς απομόνωσης του Ισραήλ. Στον ΟΗΕ, στα διεθνή δικαστήρια, ακόμη και μέσω κινημάτων μποϊκοτάζ, προσπαθεί να παρακάμψει τη λογοδοσία και να αγνοήσει τις ανησυχίες του Ισραήλ για την ασφάλεια.
Η πραγματική πρόκληση για τη διεθνή κοινότητα, λέει ο Γκαντζ, είναι να σεβαστεί την απόφαση που έλαβε πέρυσι η Κνεσέτ, με συντριπτική πλειοψηφία 99 στους 120 βουλευτές, η οποία δηλώνει ότι «το Ισραήλ θα συνεχίσει να αντιτίθεται στη μονομερή αναγνώριση παλαιστινιακού κράτους» και ότι «μια τέτοια ενέργεια μετά τις 7 Οκτωβρίου θα αποτελούσε πρωτοφανή επιβράβευση της τρομοκρατίας».
Στο άρθρο του, ο Γκαντζ αναφέρεται και σε μια προσωπική εμπειρία του: σε συζήτηση με τον πρωθυπουργό της Ισπανίας, Πέδρο Σάντσεθ, όταν εκείνος συνέκρινε τους κινδύνους τρομοκρατίας στην Ευρώπη με την κατάσταση στο Ισραήλ, απάντησε με «έκπληξη για την έλλειψη κατανόησης». Οπως σημειώνει, δεν υπάρχει καμία σύγκριση ανάμεσα σε σποραδικά ενεργά τρομοκρατικά κύτταρα στην Ευρώπη και σε μια τρομοκρατική ψευδο-κρατική οντότητα που διαθέτει έδαφος, πόρους και στρατιωτικό οπλοστάσιο, με στήριξη από το Ιράν, ενώ επιδιώκει ανοιχτά την καταστροφή του Ισραήλ.
Σχετικά με τις στρατιωτικές επιλογές, ο Γκαντζ τονίζει ότι «μετά τις 7 Οκτωβρίου, δεν ήταν η πολιτική που καθόρισε την απάντηση του Ισραήλ, αλλά η αναγκαιότητα». Ο ίδιος πίεσε για άμεση χερσαία επιχείρηση στη Γάζα, για ισχυρότερη επίθεση στη Ράφα παρά τη διεθνή πίεση, καθώς και για δυναμική απάντηση στο ιρανικό πλήγμα του Απριλίου 2024. «Συνεχίζω να στηρίζω την παραμονή ισραηλινής στρατιωτικής παρουσίας στη Γάζα μακροπρόθεσμα», γράφει στους ΝΥΤ, ώστε να αποτραπεί η ανασυγκρότηση της Χαμάς.
Επεκτείνει δε τη σκέψη του στη Δυτική Οχθη: «Το Ισραήλ πρέπει να προετοιμαστεί να αναλάβει επίσημο έλεγχο της στρατηγικής Κοιλάδας του Ιορδάνη, ώστε να αποτρέψει τη διείσδυση όπλων και τρομοκρατών». Αυτές, επιμένει, δεν είναι πολιτικές θέσεις αλλά «απαιτήσεις ασφαλείας» για να μην υπάρξει μια νέα 7η Οκτωβρίου.
Παράλληλα, υπενθυμίζει ότι η ασφάλεια του Ισραήλ δεν είναι μόνο εσωτερική υπόθεση: «Αποτελεί θεμέλιο της σταθερότητας στη Μέση Ανατολή και υπηρετεί τον ελεύθερο κόσμο». Από την αποτροπή των φιλοδοξιών του Ιράν έως την προστασία κρίσιμων θαλάσσιων διαδρόμων και την ενίσχυση της παγκόσμιας ανθεκτικότητας με την ισραηλινή καινοτομία, η συμβολή του Ισραήλ ξεπερνά τα στενά του σύνορα, υποστηρίζει.
Κλείνοντας, ο Γκαντζ είναι κατηγορηματικός: «Οι εχθροί του Ισραήλ δεν ενδιαφέρονται ποιος κυβερνά στην Ιερουσαλήμ. Το μόνο που θέλουν είναι ένα Ισραήλ αδύναμο, ανασφαλές, διαιρεμένο και ανίκανο να υπερασπιστεί τον εαυτό του». Η διεθνής κοινότητα, καταλήγει, οφείλει να δείξει διαύγεια. «Η αντίληψη της συντριπτικής πλειοψηφίας των Ισραηλινών απέναντι στην αυξανόμενη διεθνή αναγνώριση της Παλαιστίνης δεν είναι ζήτημα προσωπικής πολιτικής, αλλά ζήτημα αντιμετώπισης των προκλήσεων μιας νέας εποχής».
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
