Το δολάριο κλονίζεται – Μήπως ήρθε η ώρα του ευρώ;
Το δολάριο κλονίζεται – Μήπως ήρθε η ώρα του ευρώ;
Την περασμένη Τρίτη, έχοντας προειδοποιηθεί από τους συμβούλους του ότι θα μπορούσε να γίνει μπούμερανγκ για την κυβέρνηση, τόσο από νομική όσο και από οικονομική άποψη, ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι δεν είχε «καμία πρόθεση» να απολύσει τον Τζερόμ Πάουελ.
Παρότι την Τετάρτη έβαλε εκ νέου κατά του προέδρου της κεντρικής τράπεζας των ΗΠΑ (FED), επικρίνοντας την επιμονή του να μην μειώνει τα επιτόκια, οι αγορές εξέλαβαν την απόφαση του Τραμπ να μην τον απολύσει ως μια ένδειξη ότι στο στενό περιβάλλον του αμερικανού προέδρου υπάρχει κάποιος (πιθανότατα ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ, ο οποίος διατηρεί ακόμα στενές σχέσεις με την Wall Street) ικανός να το φέρνει στα συγκαλά του, έστω και κατά διαστήματα.
Δεδομένης της ταχύτητας και της συχνότητας με την οποία ο Τραμπ αλλάζει γνώμη, δεν είναι βέβαιο ότι η «εκεχειρία» με τον Τζερόμ Πάουελ θα διαρκέσει πολύ. Οπως έγραψε ο Μάρτιν Γουλφ των Financial Times, «μία από τις πολλές θλιβερές πραγματικότητες της κυβέρνησης Τραμπ είναι η αποτυχία της να κατανοήσει ότι σε μια ελεύθερη κοινωνία ο πιο σημαντικός ρόλος της κυβέρνησης είναι πιθανώς να περιορίζει την αβεβαιότητα και όχι να κάνει ό,τι μπορεί για να την αυξήσει».
Επομένως, το ερώτημα που πολλοί έχουν αρχίσει να θέτουν τις τελευταίες εβδομάδες παραμένει αναπάντητο: αμφισβητείται ο ρόλος του δολαρίου ως παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος; Οπως σημειώνεται σε ένα άλλο άρθρο των Financial Times, «παρ’ όλο που η αξία του δολαρίου ανέκαθεν παρουσίαζε διακυμάνσεις και οι επικριτές προσπαθούσαν συνεχώς να το πλήξουν, η πρωτοκαθεδρία του πράσινου νομίσματος παρέμεινε ακλόνητη. Ωστόσο ορισμένοι αναλυτές και επενδυτές πιστεύουν πλέον ότι η κλίμακα του σοκ του Τραμπ θα μπορούσε να τερματίσει σχεδόν έναν αιώνα κυριαρχίας του δολαρίου».
Αυτό το ερώτημα, σχετικά με την κυριαρχία του δολαρίου, αναπόφευκτα οδηγεί σε ένα δεύτερο: εάν τερματιζόταν η κυριαρχία του, θα μπορούσε το ευρώ να πάρει τη θέση του; «Το ευρώ δεν πρόκειται να αντικαταστήσει το δολάριο» απαντά o Economist.
«Μπορεί όμως να διαδραματίζει έναν ολοένα πιο σημαντικό ρόλο. Και αν οι πολιτικοί εκμεταλλευθούν την ευκαιρία, κοσμογονικές αλλαγές στην παγκόσμια χρηματοπιστωτική τάξη θα ήταν δυνατό να λειτουργήσουν προς όφελος της Ευρώπης. Θα μπορούσε αυτή να είναι η στιγμή του ευρώ;», διερωτώνται, λοιπόν, οι Βρετανοί, σημειώνοντας ότι τόσο η Κριστίν Λαγκάρντ, πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), όσο και ο επικεφαλής του Eurogroup Π. Ντόνοχοου, μίλησαν πρόσφατα για τρόπους ενίσχυσης του διεθνούς ρόλου του νομίσματος.
Βγαίνοντας από την κρίση
Είναι αλήθεια ότι οι σχετικές ευρωπαϊκές φιλοδοξίες έχουν ήδη κλονιστεί μία φορά. «Από τη γέννησή του το 1999, το ευρώ διεκδικεί παγκόσμια επιρροή. Κατά την περίοδο πριν από την οικονομική κρίση του 2007-2009 οι ευρωπαίοι αξιωματούχοι ήλπιζαν ότι το ευρώ θα κατάφερνε, με την πάροδο του χρόνου, να ανταγωνιστεί το δολάριο. Στη συνέχεια ανέκυψε η κρίση του ευρώ της δεκαετίας του 2010» αναφέρει το βρετανικό δημοσίευμα.
Επρόκειτο για μια κρίση που απείλησε σοβαρά το ενιαίο νόμισμα (έως το καλοκαίρι του 2012 και το περίφημο «Whatever it takes» του προκάτοχου της Λαγκάρντ, Μάριο Ντράγκι), αποκαλύπτοντας με επώδυνο τρόπο όλες τις αδυναμίες του ευρώ και της ευρωζώνης: «Η ΕΚΤ δεν δημιουργήθηκε για να λειτουργεί ως δανειστής έσχατης ανάγκης, γεγονός που καθιστούσε τα κρατικά ομόλογα ευάλωτα […] Το τραπεζικό σύστημα της Ευρώπης ήταν διαιρεμένο κατά μήκος των εθνικών συνόρων και επιρρεπές σε καταστροφικούς φαύλους κύκλους, που συνέδεαν το ασταθές δημόσιο χρέος με ακόμη πιο ασταθή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.
»Οι κεφαλαιαγορές ήταν πολύ μικρές για να αντισταθμίσουν αυτόν τον κίνδυνο. Η ευρωζώνη παρείχε λίγα ασφαλή περιουσιακά στοιχεία για όσους ήθελαν να αποταμιεύσουν μετρητά: οι εκδότες ομολόγων ήταν είτε πολύ φειδωλοί (όπως η Γερμανία) είτε στερούνταν αξιοπιστίας (όπως η Ιταλία και η Ισπανία). Κοινό χρέος, εξυπηρετούμενο από ολόκληρο το μπλοκ, μόλις που υπήρχε. Οι δυσοίωνες προοπτικές όσον αφορά την ανάπτυξη οδήγησαν στη συνέχεια τις βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες αποδόσεις κάτω από το μηδέν. Με τα ευρωπαϊκά περιουσιακά στοιχεία να προσφέρουν χαμηλές αποδόσεις, υπήρχε μικρή ζήτηση για ευρώ και κανένας παγκόσμιος ρόλος για το νόμισμα» συνοψίζουν οι αναλυτές του έγκριτου βρετανικού εντύπου.
Σήμερα το ευρώ είναι ένα σταθερό νόμισμα, αλλά με μεγάλη διαφορά δεύτερο πίσω από το δολάριο. Αντιπροσωπεύει το ένα πέμπτο των παγκόσμιων αποθεματικών κεφαλαίων των κεντρικών τραπεζών, την ώρα που στο δολάριο αντιστοιχούν τα τρία πέμπτα, ενώ παρόμοια είναι τα ποσοστά και όσον αφορά την έκδοση ομολόγων σε ξένο νόμισμα.
Τέσσερις λόγοι αισιοδοξίας
Την τελευταία δεκαετία, καθώς ο κόσμος άρχισε να αντιμετωπίζει επιφυλακτικά το δολάριο, το ευρώ δυσκολεύτηκε πολύ να κερδίσει έδαφος. Πλέον, όμως, ορισμένοι ευρωπαίοι αξιωματούχοι πιστεύουν ότι αυτό μπορεί να αλλάξει, για τέσσερις κυρίως λόγους, τους οποίους παραθέτει ο Economist.
Ο πρώτος είναι ότι η χρηματοοικονομική αρχιτεκτονική της ευρωζώνης είναι πλέον πιο ασφαλής. Η ΕΚΤ είναι ντε φάκτο δανειστής έσχατης ανάγκης, στο πλαίσιο μιας διαδικασίας που ξεκίνησε υπό τον Μάριο Ντράγκι, ως απάντηση στην κρίση του ευρώ. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας η τράπεζα θέσπισε ένα πρόγραμμα αγοράς κρατικών ομολόγων ύψους 1,8 τρισ. ευρώ. Οταν οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων διευρύνθηκαν δυσάρεστα γρήγορα, εν μέσω πληθωρισμού το 2022, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής δημιούργησαν ένα απεριόριστο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων για να αποτρέψουν μια αντίστοιχη εκτόξευση spreads στο μέλλον.
Οι επενδυτές έχουν επίσης διαπιστώσει ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση είναι έτοιμη να στηρίζει κυβερνήσεις που αντιμετωπίζουν δυσκολίες, και μάλιστα με γενναιόδωρο τρόπο. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας το μπλοκ κατάστρωσε ένα σχέδιο ανάκαμψης ύψους 807 δισ. ευρώ, χρηματοδοτούμενο μέσω κοινού χρέους της ΕΕ, για να συνδράμει όσους είχαν μείνει πίσω. Επιπλέον, η ΕΚΤ έχει πλέον εδραιωθεί ως η εποπτική αρχή των 114 μεγαλύτερων τραπεζών της Ευρώπης, οι οποίες κατέχουν μαζί το 82% του συνολικού ενεργητικού της ηπείρου.
O δεύτερος λόγος αισιοδοξίας είναι ότι οι επενδύσεις στην Ευρώπη έχουν γίνει πιο απλές. Το ευρωπαϊκό ταμείο για την ανάκαμψη από την πανδημία δημιούργησε πολύ κοινό χρέος και, συνεπώς, ασφαλή περιουσιακά στοιχεία που είναι πραγματικά ευρωπαϊκά. Η Γερμανία πρόκειται επίσης να αρχίσει να δαπανά μεγάλα ποσά, στο πλαίσιο της δραστικής αύξησης των αμυντικών δαπανών σε ολόκληρη την ήπειρο, οι οποίες, σύμφωνα με τους αξιωματούχους, θα πρέπει να αυξηθούν από 2% σε 3,5% του ΑΕΠ τα επόμενα χρόνια.
Ο τρίτος λόγος είναι ότι οι θεσμοί της Ευρώπης φαίνονται πλέον πιο ελκυστικοί, τουλάχιστον σε σύγκριση με τους αμερικανικούς. Τα ακροδεξιά κόμματα είναι ισχυρά και κερδίζουν έδαφος σε χώρες όπως η Γερμανία και η Γαλλία. Ενα από αυτά βρίσκεται στην εξουσία στην Ιταλία. Ταυτόχρονα, όμως, το ευρώ είναι το κοινό νόμισμα 20 κυρίαρχων κρατών και έχει μια άκρως ανεξάρτητη κεντρική τράπεζα που το επιβλέπει. Τα μέλη της ευρωζώνης θα δυσκολεύονταν να συμφωνήσουν σε οποιαδήποτε αλλαγή όσον αφορά τον τρόπο ελέγχου του νομίσματος, πόσο μάλλον στις αλλαγές που θα απαιτούνταν για εργαλειοποίηση του νομίσματος με στόχο την αποκόμιση γεωπολιτικών οφελών.
Τελευταίος λόγος αισιοδοξίας είναι η κατάσταση του παγκόσμιου εμπορίου. Καθώς η Αμερική αποστασιοποιείται, η Ευρώπη μπορεί να αρχίσει να διαδραματίζει έναν πιο σημαντικό ρόλο. Τα αγαθά και οι υπηρεσίες που τιμολογούνται σε ευρώ θα δημιουργήσουν βοηθητικές προς το νόμισμα αγορές, όπως στη χρηματοδότηση του εμπορίου, στην ασφάλιση και στα παράγωγα αντιστάθμισης για τα επιτόκια και τα νομίσματα.
Αν και τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα συναλλάγματος εξακολουθούν να κυριαρχούνται από το δολάριο, τα παράγωγα επιτοκίων σε ευρώ πρόσφατα ξεπέρασαν εκείνα του δολαρίου. Οι νέοι εμπορικοί δεσμοί θα οδηγήσουν επίσης στη δημιουργία τραπεζικών λογαριασμών με βάση το ευρώ σε όλο τον κόσμο, οι οποίοι, με τη σειρά τους, θα προκαλέσουν ζήτηση για περιουσιακά στοιχεία σε ευρώ και, τελικά, για αποθεματικά σε ευρώ, δεδομένου ότι κάθε δανειστής έσχατης λύσης (κεντρικές τράπεζες) πρέπει να είναι εφοδιασμένος με τα νομίσματα που κατέχουν τα τοπικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.
Τι πρέπει να κάνουν τα κράτη-μέλη
Με λίγα λόγια, σύμφωνα με τον Economist, «η Ευρώπη έχει την ευκαιρία να αναλάβει την ηγεσία μιας νέας φιλελεύθερης εμπορικής τάξης, η οποία θα δημιουργούσε ευκαιρίες για τη διαμόρφωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος». Τι πρέπει, όμως, να κάνουν τα κράτη-μέλη της ευρωζώνης ώστε να μην πάει χαμένη αυτή η μεγάλη ευκαιρία; Εδώ ακριβώς αρχίζουν τα δύσκολα, ειδικά για χώρες με υψηλό χρέος. όπως η Γαλλία αλλά και η Ιταλία, η οποία, αντιμέτωπη με την αύξηση των δαπανών για την άμυνα και την ασφάλεια, έσπευσε αμέσως να ζητήσει χαλάρωση των περιορισμών του συμφώνου σταθερότητας – κάτι που, προφανώς, κινδυνεύει να αποδυναμώσει, αντί να ενισχύσει, τη σταθερότητα του ευρώ.
Καταρχάς, οι χώρες με υψηλό χρέος, και όχι μόνο η Γαλλία και η Ιταλία, θα πρέπει να ενισχύσουν την οικονομική ανάπτυξη ώστε να παραμείνουν δημοσιονομικά βιώσιμες, αντί να διογκώνουν τον σωρό των ομολόγων απλώς για να καλύπτουν τις ανάγκες των προϋπολογισμών τους. Η Γερμανία, η Ολλανδία και οι σκανδιναβικές χώρες πρέπει να κινηθούν αντίθετα, χρησιμοποιώντας τα όποια δημοσιονομικά τους περιθώρια για επενδύσεις, δημιουργώντας παράλληλα ασφαλή περιουσιακά στοιχεία. Η οικονομική ανάπτυξη σε ολόκληρη την ΕΕ θα βοηθούσε στην αύξηση των αποδόσεων όλων των περιουσιακών στοιχείων σε ευρώ, συμπεριλαμβανομένων των κρατικών ομολόγων, καθιστώντας τα, κατ’ επέκταση, ακόμη πιο ελκυστικά.
Η Ευρώπη χρειάζεται επίσης μεγαλύτερες και βαθύτερες κεφαλαιαγορές, ώστε να μπορεί να προσφέρει στους επενδυτές περισσότερα περιουσιακά στοιχεία στα οποία να επενδύουν τα χρήματά τους: έως σήμερα, στο πλαίσιο των προσπαθειών για τη σύνδεση των κατακερματισμένων εθνικών αγορών, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής επεδίωκαν το εύκολο κέρδος, εστιάζοντας σε θέματα όπως η διαδικασία τιτλοποίησης των περιουσιακών στοιχείων, αντί να ασχολούνται με πιο πολύπλοκα ζητήματα, όπως η εναρμόνιση του πτωχευτικού δικαίου και η ρύθμιση των επιχειρήσεων. Η ταχύτερη πρόοδος όσον αφορά τα σχέδια της ΕΚΤ για τη σύνδεση τρίτων χωρών με το εσωτερικό της σύστημα πληρωμών θα ήταν επίσης πολύ χρήσιμη, όπως και μια διεθνής πλατφόρμα για το ψηφιακό ευρώ.
«Οι ευρωπαίοι αξιωματούχοι θα ήθελαν η ήπειρος να εξαρτάται λιγότερο, τόσο από τις ΗΠΑ όσο και από την Κίνα. Ενα πιο παγκόσμιο ευρώ θα μείωνε το κόστος δανεισμού για τις εθνικές κυβερνήσεις, κάτι εξαιρετικά χρήσιμο σε μια εποχή αυξανόμενων αμυντικών δαπανών. Προς το παρόν, ελάχιστοι πολιτικοί θα διατυπώσουν τέτοιες φιλοδοξίες, καθώς γνωρίζουν ότι κάτι τέτοιο θα προκαλούσε την οργή της κυβέρνησης Τραμπ, αλλά αυτό δεν έχει σημασία. Η διεθνής χρηματοδότηση έχει τη δική της λογική και μπορεί να καταποντίσει νομίσματα ακόμα και χωρίς στομφώδεις δηλώσεις» καταλήγει ο Economist.
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
