Protagon Main Image
Αναθεώρηση προς τα κάτω της πρόβλεψης για την ανάπτυξη το 2025, στο 2,2% | ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΣΤΕΛΙΟΣ/ΙΝΤΙΜΕ
Επικαιρότητα

Βουλή – Γραφείο Προϋπολογισμού: Κίνδυνος «πληθωριστικού σοκ» λόγω γεωπολιτικής κρίσης

Ο επικεφαλής του Γραφείου, καθηγητής Ιωάννης Τσουκαλάς, προειδοποίησε ότι, εάν δεν υπάρξει άμεση αποκλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή, είναι πιθανό να υπάρξουν αρνητικές επιπτώσεις στις ελληνικές εξαγωγές και στις ιδιωτικές επενδύσεις - Αναθεώρηση προς τα κάτω της πρόβλεψης για ανάπτυξη το 2025, στο 2,2%
Protagon Team

Έντονη αβεβαιότητα, ρευστότητα και αστάθεια στο περιβάλλον της οικονομίας δημιουργεί η κρίση στη Μέση Ανατολή, σύμφωνα με τον επικεφαλής του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή (ΓΠΚΒ), καθηγητή Ιωάννη Τσουκαλά.

Κατά την παρουσίαση της τριμηνιαίας έκθεσης του Γραφείου,  προειδοποίησε ότι, εάν δεν υπάρξει άμεση αποκλιμάκωση της έντασης, είναι πιθανό να υπάρξουν αρνητικές επιπτώσεις στις ελληνικές εξαγωγές και στις ιδιωτικές επενδύσεις, ενώ δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο ενός νέου πληθωριστικού σοκ.

«Ο πληθωρισμός παραμένει ανθεκτικός, σε επίπεδα σημαντικά υψηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (1,9%). Τον Μάιο του 2025 διαμορφώθηκε στο 3,3%, καταγράφοντας άνοδο τόσο σε σύγκριση με τον Μάιο του 2024 (2,4%), όσο και με τον αμέσως προηγούμενο μήνα (2,6%). Οι αυξητικές πιέσεις στις τιμές αποδίδονται κυρίως στον τομέα των υπηρεσιών, περιλαμβανομένης της στέγασης, ενώ ανακόπηκε και η προηγούμενη τάση αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού στα τρόφιμα. Οι προσπάθειες για την ενίσχυση του ανταγωνισμού, καθώς και για την ανίχνευση και αποτροπή πρακτικών τιμολόγησης που ευνοούνται από ολιγοπωλιακές συνθήκες στην αγορά, πρέπει να εντατικοποιηθούν», επεσήμανε.

Το ασταθές διεθνές οικονομικό περιβάλλον οδήγησε το ΓΠΚΒ στην αναθεώρηση προς τα κάτω της πρόβλεψης για τον ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας το 2025, ο οποίος πλέον τοποθετείται στο 2,2%, εντός ενός εύρους πρόβλεψης από 2,1% έως 2,3%.

Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην έκθεση «λόγω της ραγδαίας επιδείνωσης του διεθνούς οικονομικού περιβάλλοντος, το Γραφείο αναθεώρησε ελαφρώς προς τα κάτω την βασική του εκτίμηση για την αύξηση του ΑΕΠ το 2025, στο 2,2%, από 2,3% στην Έκθεση του Μαρτίου 2025». Η αναθεώρηση αυτή αποδίδεται σε δύο βασικές πηγές αβεβαιότητας που ενδέχεται να επιδεινώσουν τόσο το επενδυτικό κλίμα όσο και την καταναλωτική εμπιστοσύνη: αφενός, η συνεχιζόμενη διεθνής ρητορική περί επιβολής δασμών και, αφετέρου, η πρόσφατη ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή.

Το Γραφείο Προϋπολογισμού σημειώνει χαρακτηριστικά:

-Το 2025 εξελίσσεται σε χρονιά ασυνήθιστα υψηλής γεωπολιτικής και οικονομικής αβεβαιότητας. Οι εξελίξεις των τελευταίων μηνών, και ιδιαίτερα η νέα απρόβλεπτη σύγκρουση στην Μέση Ανατολή, οδηγούν σε παγκόσμια γεωπολιτική αστάθεια και προκαλούν συνθήκες μείζονος αβεβαιότητας δημιουργώντας αναταράξεις στις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές. Τα πρώτα σημάδια επιβράδυνσης των μεγάλων οικονομιών έχουν κάνει την εμφάνιση τους. Μέσα σε αυτό το διεθνές περιβάλλον σημαντικών προκλήσεων και ρίσκων, η Ελληνική οικονομία διατηρεί την ανοδική της πορεία με οδηγό τις καλές δημοσιονομικές επιδόσεις και την εμπιστοσύνη των διεθνών επενδυτών. Οι δημοσιονομικές επιδόσεις και η πορεία αποκλιμάκωσης του δημοσίου χρέους οδήγησαν τον οίκο αξιολόγησης Standard and Poor’s σε νέα αναβάθμιση του αξιόχρεου της χώρας εντός της επενδυτικής βαθμίδας. Η βελτίωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας μέσω επενδύσεων, καινοτομίας και παραγωγικότητας της οικονομίας είναι ο ασφαλέστερος δρόμος για την σύγκλιση του εισοδήματος των πολιτών της χώρας με τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο και την διατήρηση ισχυρής ανάπτυξης και μετά το 2026. Για την επίτευξη αυτού του στόχου είναι απαραίτητο να ενταθούν οι προσπάθειες για μεταρρυθμίσεις, βελτίωση της αποτελεσματικότητας του δημοσίου τομέα, απλοποίηση ρυθμιστικών πλαισίων για προσέλκυση επενδύσεων, και με οδηγό την δημοσιονομική σύνεση, αξιοποίηση του δημοσιονομικού χώρου για ενίσχυση της παραγωγικής δυναμικής της χώρας.

-Το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) παρουσίασε αύξηση 2,2% το πρώτο τρίμηνο του 2025 σε σχέση με το πρώτο τρίμηνο του 2024 (προσωρινά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ), ενώ το αντίστοιχο μέγεθος στην Ευρωζώνη είναι 1,5%. Σε αυτή την επίδοση συνετέλεσαν η αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης (1,9%) που εξακολουθεί να παρουσιάζει ανθεκτικότητα, η αύξηση των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών (2,2% συνολικά, -0,2% για υπηρεσίες και 1,7% για αγαθά) και η αύξηση της δημόσιας κατανάλωσης (0,7%). Οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου μειώθηκαν κατά 3,2% αντανακλώντας την μείωση επενδυτικών δαπανών σε κατοικίες και κατασκευές. Αρνητική ήταν η συμβολή των εισαγωγών αγαθών και υπηρεσιών (αύξηση 2,4% συνολικά).

-Σχετικά με τις δημοσιονομικές επιδόσεις, το επίσημο δημοσιονομικό αποτέλεσμα (ισοζύγιο) της Γενικής Κυβέρνησης για το 2024 σε όρους ESA διαμορφώθηκε στα 3.181 εκατ. ευρώ, ή 1,3% του ΑΕΠ. Το πρωτογενές αποτέλεσμα διαμορφώθηκε στα 11.401 εκατ. ευρώ, ή 4,8% του ΑΕΠ. Για το τετράμηνο Ιανουαρίου – Απριλίου 2025 το Ενοποιημένο Πρωτογενές Αποτέλεσμα Γενικής Κυβέρνησης με προσαρμογές καταγράφει πλεόνασμα 4.934 εκατ. ευρώ, αυξημένο κατά 1.575 εκατ. ευρώ σε σύγκριση με το αντίστοιχο τετράμηνο του 2024. Ο Κρατικός Προϋπολογισμός παρουσιάζει ταμειακό Πρωτογενές Πλεόνασμα 5.148 εκατ. ευρώ αυξημένο κατά 1.866 εκατ. ευρώ σε σύγκριση με το τετράμηνο Ιανουαρίου -Απριλίου του 2024. Τα φορολογικά έσοδα παρουσιάζουν σημαντική αύξηση, με κύριες πηγές αυτής να αποτελούν ο φόρος εισοδήματος κατά 1.352 εκατ. ευρώ, και οι φόροι επί αγαθών και υπηρεσιών κατά 737 εκατ. ευρώ (εκ των οποίων ο ΦΠΑ κατά 708 εκατ. ευρώ).

-Στο σκέλος των δαπανών του Κρατικού Προϋπολογισμού παρατηρείται μείωση κατά 1.579 εκατ. ευρώ σε σύγκριση με το τετράμηνο Ιανουαρίου-Απριλίου του 2024, η οποία αποδίδεται στην μείωση των δαπανών ΠΔΕ και ΤΑΑ κατά 1.140 εκατ. ευρώ καθώς και των τόκων κατά 167 εκατ. ευρώ, ενώ οι πρωτογενείς δαπάνες μειώθηκαν κατά 271 εκατ. ευρώ.

-Ενα αξιοσημείωτο γεγονός αποτελεί η πρόσφατη αύξηση της Ευρωπαϊκής παρουσίας στο ελληνικό εμπορικό τραπεζικό σύστημα. Η εξέλιξη αυτή συνεισφέρει στον βαθμό εξωστρέφειας του τραπεζικού συστήματος, ενισχύοντας τις προοπτικές για προσέλκυση ξένων κεφαλαίων και αύξηση διασυνοριακών τραπεζικών συνεργασιών στο μέλλον. Αποτελεί επίσης ένδειξη για βελτίωση του βαθμού εμπιστοσύνης της Ευρωπαϊκής τραπεζικής κοινότητας στην Ελληνική οικονομία, κάτι που συνδέεται και με την απόκτηση της επενδυτικής βαθμίδας.

-Αναφορικά με την πρόοδο υλοποίησης επενδυτικών σχεδίων του ΤΑΑ επισημαίνονται καθυστερήσεις οι οποίες, εάν δεν ξεπεραστούν, πιθανόν να έχουν αρνητική επίπτωση τόσο στον ρυθμό ανάπτυξης όσο και στον χρόνο ανάκαμψης του κεφαλαιακού αποθέματος της οικονομίας.

Exit mobile version