Σταδιακά η οικογένειά του άλλαξε γνώμη. «Μόλις με είδαν να βγάζω κάποια χρήματα –ενδεχομένως περισσότερα από εκείνους– ενθουσιάστηκαν» λέει. Κάνει, μάλιστα, λόγο για «θεία πρόνοια», καθώς χάρη στη λατρεία του για την τέχνη μπορούσε να συντηρεί τον εαυτό του, αλλά και να συνδράμει την οικογένειά του.
Ονειρευόταν να μεταναστεύσει στις Ηνωμένες Πολιτείες μετά το τέλος των σπουδών του, όμως δεν κατάφερε να εξασφαλίσει την απαραίτητη βίζα. Τελικά μετακόμισε στο Κάιρο, όπου άρχισε να εργάζεται σε ένα εργαστήριο γλυπτικής, πέριξ των πυραμίδων, δημιουργώντας ξύλινα αντίγραφα αρχαίων αιγυπτιακών γλυπτών. Τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα επισκεπτόταν το Αιγυπτιακό Μουσείο.
«Ηταν υπέροχο να βλέπω τα πραγματικά έργα, ηλικίας 4.000, 5.000 ετών. Δεν πήγαινα εκεί απλώς για να τα θαυμάσω, να βγάλω μια φωτογραφία και να φύγω. Πήγαινα εκεί για να μάθω» εξηγεί στους NYT. Κάπως έτσι άρχισε να φτιάχνει αντίγραφα των εργαλείων επεξεργασίας ξύλου που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Αιγύπτιοι, μαθαίνοντας στη συνέχεια και πώς να τα χρησιμοποιεί.
Το 2005, όμως, η ζωή του πήρε αναπάντεχη τροπή. Μετά την απόρριψη της αίτησης που είχε καταθέσει για χορήγηση βίζας, η μικρότερη αδελφή του σκέφτηκε να καταθέσει εκ νέου αίτηση για λογαριασμό του, η οποία παραδόξως έγινε δεκτή: ο Αρμία Χαλίλ έγινε ένας από τους μόλις 55.000 ανθρώπους από όλον τον κόσμο στους οποίους οι ΗΠΑ χορήγησαν μεταναστευτική βίζα εκείνη τη χρονιά.
Κάπως έτσι, τον Σεπτέμβριο του 2006 ο 25χρονος τότε γλύπτης, που δεν είχε ταξιδέψει ποτέ εκτός της πατρίδας του, προσγειώθηκε στο Διεθνές Αεροδρόμιο Κένεντι στη Νέα Υόρκη με περίπου 375 δολάρια στην τσέπη του και δύο βαλίτσες, με τη μία γεμάτη εργαλεία κατεργασίας ξύλου.
Οι πρώτοι μήνες ήταν δύσκολοι. Κοιμόταν σε ένα δωμάτιο στο Τζέρσι Σίτι μαζί με αγνώστους – ένας φίλος ενός φίλου είχε διαθέσιμο κρεβάτι. Αρχισε να εργάζεται ως οικοδόμος, το κρύο τον ταλαιπωρούσε, του έλειπε η οικογένειά του και ήταν υπερβολικά στεναχωρημένος. Εως ότου, τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς, επισκέφθηκε για πρώτη φορά το Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης.
«Εχω ακόμα το εισιτήριο» λέει στους ΝΥΤ. «Ημουν πρόσωπο με πρόσωπο με όλους τους μεγάλους καλλιτέχνες, με όλους τους δασκάλους, με τους ιμπρεσιονιστές, με τον Βαν Γκογκ, τον Μανέ, τον Μονέ». Περισσότερο, όμως, ήθελε να δει τις αιγυπτιακές αρχαιότητες. Μόλις συνέβη, ένιωσε σαν να βρισκόταν ξανά στην πατρίδα του.
Καθώς περιφερόταν εκστασιασμένος στις αίθουσες του αχανούς μουσείου, σκέφτηκε να πάρει τηλέφωνο τον αδελφό του: «Είμαι στο Μet, μπροστά από ένα έργο του Καραβάτζο! Και υπάρχει και ένα έργο του Μικελάντζελο!» του είπε, αναγκάζοντας έναν από του φύλακες να τον ενημερώσει ότι δεν μπορούσε να μιλάει στο τηλέφωνο εντός του μουσείου.
Τα επόμενα χρόνια προσπάθησε, αν και μάταια, να βρει δουλειά σε γκαλερί ή εργαστήρια. Κάποια στιγμή σκέφτηκε να μετακομίσει στο Τέξας, κάτι που δεν έγινε εξαιτίας της χρηματοπιστωτικής κρίσης που ξέσπασε. Τα πράγματα έγιναν ακόμη πιο δύσκολα για τον νεαρό μετανάστη από την Αίγυπτο, όμως εκείνος δεν πτοήθηκε. Συνέχισε να στέλνει βιογραφικά σε μουσεία και γκαλερί της Νέας Υόρκης. «Ηθελα απλώς να είμαι κοντά στον κόσμο της τέχνης».
Τελικά, το 2012, έξι χρόνια αφού πάτησε το πόδι του στις ΗΠΑ, ο Αρμία Χαλίλ έλαβε την κλήση που ανέμενε διακαώς: ένας υπάλληλος του Μet τον ρώτησε αν ενδιαφερόταν να εργαστεί ως φύλακας στο μουσείο και εκείνος, φυσικά, δέχτηκε αμέσως. Λίγες ημέρες νωρίτερα είχε λάβει και την αμερικανική υπηκοότητα. «Ηταν μια ονειρεμένη εβδομάδα. Ημουν πραγματικά χαρούμενος».
Επειτα από 11 χρόνια, το καλοκαίρι του 2023, η ζωή του Αρμία Χαλίλ επρόκειτο να πάρει εκ νέου αναπάντεχη τροπή. Οταν ο Ακίλι Τομαζίνο, ένας μεγαλωμένος στο Μπρούκλιν και με σπουδές στο Χάρβαρντ επιμελητής του Μet συνάντησε τον φύλακα-γλύπτη, δεν έφερε την ταυτότητά του. Οταν ρωτήθηκε, όμως, από τον Χαλίλ γιατί ενδιαφερόταν τόσο πολύ για τον πίνακα «Flight Into Egypt», του αποκάλυψε την ιδιότητά του, ενημερώνοντάς τον ότι διοργάνωνε μια έκθεση και ο συγκεκριμένος πίνακας θα περιλαμβανόταν μεταξύ των εκθεμάτων.
Ο φύλακας-γλύπτης του είπε πως ήταν και εκείνος καλλιτέχνης. Στη συνέχεια ο επιμελητής τού ζήτησε δείγματα της δουλειάς του. Μόλις τα είδε ενθουσιάστηκε. Επιπλέον, ταίριαζαν απόλυτα με το αντικείμενο της έκθεσης που σχεδίαζε ο ίδιος.
«Τον κάλεσα αμέσως να φτιάξει κάτι και να συμμετάσχει στην έκθεση» είπε στους New York Times. Οπως και έγινε, με τον Αρμία Χαλίλ να δουλεύει τους επόμενους έξι μήνες σε ένα κούτσουρο που είχε βρει σε πάρκο κοντά στο σπίτι του. Το τελικό αποτέλεσμα, που εκτίθεται στο Met, είναι απλό αλλά εντυπωσιακό: πρόκειται για μια ξύλινη προτομή μιας γυναίκας, πάνω στο κεφάλι της οποίας κάθεται ένας σκαραβαίος, που στην αρχαία Αίγυπτο αποτελούσε σύμβολο της ελπίδας. Ο τίτλος του γλυπτού είναι «Hope – I Am a Morning Scarab».
