Επιστρέφοντας στα nineties, η Σίφερ παραδέχτηκε πως, παρά την τεράστια επιτυχία που γνώρισε εκείνη την περίοδο και τα όσα απίθανα και εξαιρετικά έζησε, υπήρχε κάτι που την ενοχλούσε ιδιαίτερα: «Το ότι εμείς τα μοντέλα ήμασταν σαν ροκ σταρ: χρειαζόμασταν τους σωματοφύλακες ακόμη και για να επιβιβαστούμε στο αυτοκίνητο. Υπήρχαν κάποιοι που άνοιγαν τρύπες στα παραπετάσματα των επιδείξεων μόδας για να μας φωτογραφίζουν καθώς ξεντυνόμασταν, για αυτό τα παρασκήνια ήταν γεμάτα με σωματοφύλακες. Εγώ είχα έναν σωματοφύλακα αποκλειστικά για τα εσώρουχά μου: όταν άλλαζα για τις επιδείξεις και τα άφηνα πίσω, μου τα έκλεβαν πάντα. Τρέλα», αποκάλυψε.
Η Κλόντια Σίφερ έμαθε ότι είχε μέλλον στη μόδα το 1989, χάρη στις φωτογραφίες της επίσης γερμανίδας Ελεν φον Ούνβερτ, πρώην μοντέλου και μετέπειτα διάσημης fashion photographer. «Γνωριστήκαμε στο Παρίσι όταν ήμουν δεκαεπτά χρόνων και γίναμε αμέσως φίλες. Κάναμε αμφότερες τα πρώτα μας βήματα και μια μέρα ο Πολ Μαρτσιάνο της Guess είδε τις φωτογραφίες μου που είχε βγάλει ένα απόγευμα στο Κέντρο Πομπιντού. Μας προσέλαβε για τη διαφημιστική καμπάνια και στη συνέχεια έγινα και το πρόσωπο του αρώματος. Για το λανσάρισμά του με έστειλαν περιοδεία στα αμερικανικά πολυκαταστήματα και στις εκπομπές του Τζέι Λίνο, της Οπρα και του Λέτερμαν. Αφότου τελείωσαν όλα αυτά, ένα πρωί, καθώς βρίσκομαι στο ασανσέρ της πολυκατοικίας μου στη Νέα Υόρκη, ατημέλητη και αχτένιστη, μπαίνει ένας τύπος και αναφωνεί: «Μα εσύ είσαι η κοπέλα του Guess! Εκεί κατάλαβα ότι η ζωή είχε αλλάξει», σημείωσε.
Δεν παρέλειψε, ωστόσο, να υπενθυμίσει ότι ο άνθρωπος που τη μεταμόρφωσε από «ντροπαλό κορίτσι σε super model», ανεβάζοντάς την πρώτη φορά στην πασαρέλα, ήταν ο θρυλικός Καρλ Λάγκερφελντ. «Μου έμαθε πώς να επιβιώνω σε αυτόν τον κόσμο. Μου έλεγε διαρκώς να πιστεύω στον εαυτό μου και να εμπιστεύομαι το ένστικτό μου, και είχε δίκιο», αναγνωρίζει σήμερα η Σίφερ.
