Protagon Main Image
| Shutterstock Ai/ CreativeProtagon
Θέματα

Η «διαστροφή» του Λου Ριντ να βρίζει δημοσιογράφους και θαυμαστές

Ο ροκ σταρ είχε καυγάδες με τον Μπόουι, απεχθανόταν τον μουσικό Τύπο, και πριν από ακριβώς 50 χρόνια αποξένωσε τη βάση των φαν του με το διχαστικό άλμπουμ «Metal Machine Music»
Protagon Team

Πριν από ακριβώς μισό αιώνα, ο Λου Ριντ κυκλοφόρησε ένα από τα πλέον αμφισβητούμενα άλμπουμ της δισκογραφίας του – το «Metal Machine Music», στο εξώφυλλο του οποίου ο αείμνηστος καλλιτέχνης εμφανίζεται στη σκηνή με οπίσθιο φωτισμό. Αλλά ο δίσκος ήταν κάθε άλλο παρά ένα τυπικό ροκ άλμπουμ.

Περιέχει 65 λεπτά και τρία δευτερόλεπτα δυσαρμονικών θορύβων, που ακούγονται σαν χορωδία από την Κόλαση, όπως επισημαίνει σε αφιέρωμά της η βρετανική Telegraph. Ο δίσκος δεν περιέχει καμία διακριτή μελωδία, ή υπόνοια ρυθμού. Χαρακτηριστικά, το μουσικό περιοδικό της εποχής, Creem, έγραψε στην κριτική του τη λέξη «ΟΧΙ» 12 φορές στη σειρά, ενώ πολλοί φαν του Ριντ το επέστρεφαν στα δισκοπωλεία μετά την πρώτη ακρόαση.

Η δισκογραφική εταιρεία RCA αναγκάστηκε να το αποσύρει μετά από λίγες εβδομάδες. Το άλμπουμ βγήκε μόλις τρία χρόνια μετά το αριστουργηματικό «Transformer », σε παραγωγή του Ντέιβιντ Μπόουι και του Μαρκ Ρόνσον, το οποίο περιείχε τα κλασικά πλέον τραγούδια «Vicious», «Walk on the Wild Side» και «Perfect Day». Ηταν ο δίσκος που καθιέρωσε τον Ριντ ως έναν από τους σπουδαιότερους τραγουδοποιούς της γενιάς του.

Αλλά για τον μονίμως κατηφή και δύστροπο, γεννημένο στο Μπρούκλιν, καλλιτέχνη, αυτό συνιστούσε πρόβλημα. «Το κυκλοφόρησα συνειδητά για να σταματήσω όλους αυτούς τους διθυράμβους», αναφέρει ο Ριντ στη βιογραφία του που εξέδωσε ο βρετανός συγγραφέας Βίκτορ Μπόκρις το 1994. «Ηταν ένα γιγάντιο “Fuck you” για να καθαρίσω την ατμόσφαιρα και να ξεφορτωθώ τους παλιοηλίθιους που έρχονταν στις συναυλίες και φώναζαν “Vicious”», είχε πει στον συγγραφέα.

Αυτό ήταν το στιλ του Ριντ, τον οποίο ο συνεργάτης του στο συγκρότημα Velvet Underground, Τζον Κέιλ, είχε αποκαλέσει «ένα διεστραμμένο, τρομακτικό τέρας». Ο Μπόκρις αργότερα σημείωνε ότι «δεν ήταν εύκολο να μετατρέψεις τον Λου σε διάσημο ποπ αστέρα – ήταν δύσκολο ακόμα και να τον προωθήσεις στην αγορά, καθώς ήταν βαθιά αιχμηρός, ήταν μια πραγματικά τρομακτική φιγούρα».

Αυτή την αίσθηση μετέφερε τόσο στους θαυμαστές, όσο και στους προσωπικούς του φίλους. Στη βιογραφία του Ντέιβιντ Μπόουι, ο δημοσιογράφος Αλαν Τζόουνς περιγράφει μια συναυλία του Ριντ στο Λονδίνο το 1979, όπου οι φαν «του ζητούσαν να παίξει τις επιτυχίες του κι εκείνος τους έλεγε “Fuck you”, με αποτέλεσμα πολλοί εξ αυτών να σηκωθούν και να φύγουν». Με το που έφυγαν, ο μουσικός άρχισε να ερμηνεύει τις επιτυχίες που του ζητούσαν.

Μετά τη συναυλία, ένας εκπρόσωπος Τύπου του καλλιτέχνη ενημέρωσε τον συγγραφέα ότι ο Ριντ είχε φύγει μαζί με τον Μπόουι – και τον κάλεσαν να δειπνήσει μαζί τους. Εκεί, ο Τζόουνς έγινε αυτόπτης μάρτυρας μιας «έκρηξης, όπου ποτήρια έσπασαν και ο Λου έσερνε τον Ντέιβιντ πάνω στο τραπέζι, χαστουκίζοντας τον». Σύμφωνα με τον συγγραφέα, ο Ριντ άρχισε να ουρλιάζει: «Μην τολμήσεις ποτέ να μου ξαναπείς κάτι τέτοιο!».

Τελικά τους χώρισαν – και σύντομα αγκαλιάστηκαν και τα ξαναβρήκαν. Αλλά πέντε λεπτά αργότερα, «ο Ντέιβιντ σύρθηκε από τον Λου ξανά πάνω στο τραπέζι με ακόμη μεγαλύτερη αγριότητα, με τον τελευταίο να επαναλαμβάνει, “σου είπα να μην το ξαναπείς ποτέ αυτό”, γρονθοκοπώντας παράλληλα τον Μπόουι στο κεφάλι». Ο Ριντ οδηγήθηκε με βία έξω από το εστιατόριο και ο Μπόουι έμεινε καθισμένος στη θέση του «με το κεφάλι στα χέρια του, κλαίγοντας γοερά».

Σύμφωνα με τον Τζόουνς, ο Μπόουι είχε προτείνει να αναλάβει την παραγωγή ενός άλμπουμ του Ριντ, υπό την προϋπόθεση εκείνος «να συνέλθει και να αλλάξει τη συμπεριφορά του – κάτι που, προφανώς, δεν άρεσε στον Λου». Η Telegraph σημειώνει ότι ο Μπόουι ήταν ο άνθρωπος που είχε βοηθήσει τον Ριντ να σημειώσει επιτυχία με ένα άλμπουμ και ένα τραγούδι για τους τρανσέξουαλ, την πεολειξία και την περιστασιακή πορνεία («Walk on the Wild Side»).

Εξι μήνες αργότερα, ο Μπόουι μπήκε στο στούντιο για να ηχογραφήσει ένα άλμπουμ με τίτλο «Scary Monsters» (Τρομακτικά Τέρατα). Λίγο αργότερα, όταν ο συγγραφέας Χάουαρντ Σουνς προσέγγισε τον πρώην μάνατζερ των Velvet Underground –της θρυλικής πρώην μπάντας του– Πολ Μόρισι, για μια βιογραφία του Ριντ, εκείνος του πρότεινε για τίτλο το «Μισητό Κωλόσκυλο», ή το «Ο Χειρότερος Ανθρωπος που Εζησε Ποτέ», αν ήθελε να περιγράψει σωστά τον μουσικό.

Ο Ριντ ήταν γνωστός για την περιφρόνησή του απέναντι στον μουσικό Τύπο, εκπροσώπους του οποίου συχνά έβριζε με τη βαρετή, μονότονη φωνή του όταν του έκαναν «ανόητες» ερωτήσεις. «Θα ήταν σωστό να αποκαλέσουμε τη μουσική σου ως “ροκ του βόθρου”;» τον ρώτησε ευθέως ένας αυστραλός δημοσιογράφος στο Σίδνεϊ το 1974. «Ροκ του βόθρου; Φυσικά, χωρίς ίχνος ενδοιασμού», του απάντησε ο μουσικός με ένα ειρωνικό μειδίαμα.

Σε συναυλία του που ηχογραφήθηκε στη Νέα Υόρκη και κυκλοφόρησε ως «Live: Take No Prisoners» το 1978, ο μουσικός επαινεί τη συνεισφορά του Μπρους Σπρίνγκστιν –που βρισκόταν εντός του σταδίου– στο τραγούδι του, «Street Hassle», πριν στραφεί στους παρευρισκόμενους διακεκριμένους μουσικοκριτικούς, Ρόμπερτ Κριστγκάου και Τζον Ρόκγουελ, που τον αποκαλούσαν «Κύριο Ριντ», λέγοντας: «Να πάτε να γ—-είτε, δεν χρειάζομαι να μου πείτε πόσο ευγενικός είμαι».

Ειδικά τον Κριστγκάου του περιοδικού Village Voice, τον χαρακτήρισε στη συγκεκριμένη συναυλία ως «πρωκτικό καθίκι που δεν ξεχνά ποτέ τις κακίες του», προσθέτοντας: «Φανταστείτε να λαμβάνετε 7 στα 10 αστέρια από έναν μαλάκα αυτού του περιοδικού – δεν αξίζει καν να του μιλήσω, ούτε στους υπόλοιπους “δημοσιογράφους” που με κριτικάρουν από τις καλύτερες θέσεις στις συναυλίες μου».

Αργότερα στην ίδια συναυλία ακούγεται να ξεκινά με κιθαριστική βαβούρα το τραγούδι του, «Street Hassle», εν μέσω αποδοκιμασιών από το κοινό, στο οποίο λέει: «Κάπως έτσι γεννήθηκε το “Metal Machine” παρεμπιπτόντως – είμαι σε θέση να ξεπεράσω τα ουρλιαχτά σας. Σηκωθείτε και φύγετε, αν δεν γουστάρετε».

Κάποιοι, όμως, το γούσταραν, τελικά. O μουσικοκριτικός του Observer, Πολ Μόρλεϊ, έγραψε για «μια έντονη σύγκρουση σουρεαλιστικών αντικειμένων, επιστολών μίσους, συναισθηματικών εκρήξεων, ποιητικών επιθέσεων και σειριαλισμού τύπου τσιχλόφουσκας», υπονοώντας ότι από τη στιγμή που το «Metal Machine Music» ενέπνευσε συγκροτήματα της πανκ όπως οι αμερικανοί Sonic Youth, πέτυχε κάτι σημαντικό.

Ο ίδιος ο Ριντ είχε υποστηρίξει ότι μπορούσε κανείς να ακούσει πτυχές του Μπετόβεν στο άλμπουμ, συμπληρώνοντας, όμως ότι «είναι ο μόνος δίσκος που γνωρίζω, ο οποίος επιτίθεται στον ακροατή». Αλλά, τελικά, η ασυμβίβαστη προσέγγιση του Ριντ στην καριέρα του αποδείχθηκε επικερδής – με τα έσοδα από τα πνευματικά δικαιώματα των τραγουδιών του να διασφαλίζουν ότι η περιουσία του άξιζε πάνω από 26 εκατομμύρια ευρώ μετά τον θάνατό του, σε ηλικία 71 ετών, το 2013.

Exit mobile version