Καθώς η Γερμανία βυθιζόταν στο χάος στο τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ένα σπάνιο βιολί από το φημισμένο εργαστήριο του ιταλού οργανοποιού Αντόνιο Στραντιβάρι λεηλατήθηκε από τραπεζική θυρίδα στο Βερολίνο. Το όργανο, κατασκευασμένο το 1709 κατά τη χρυσή εποχή της κατασκευής βιολιών, είχε κατατεθεί εκεί χρόνια νωρίτερα από την οικογένεια Μέντελσον-Μπόνκε, καθώς οι περιουσίες των Εβραίων κινδύνευαν από τις ναζιστικές διώξεις.
Για δεκαετίες μετά τον πόλεμο, η οικογένεια έψαχνε μάταια για το βιολί, γνωστό ως Μέντελσον, τοποθετώντας αγγελίες σε διεθνή περιοδικά και υποβάλλοντας αναφορές στις γερμανικές αρχές. Το πανάκριβο όργανο, αξίας εκατομμυρίων ευρώ, όμως, θεωρείτο χαμένο, ή κατεστραμμένο, όπως αναφέρει ρεπορτάζ των New York Times.
Αλλά η ερευνητής κλεμμένων από τους Ναζί αντικειμένων τέχνης, Κάρλα Σαπρό, πιστεύει ότι το ανακάλυψε στον κατάλογο μιας έκθεσης οργάνων Στραντιβάριους στο Τόκιο το 2018 – με διαφορετικό όνομα («Στέλλα») και χρονολογία δημιουργίας (1707, αντί για 1709). Οίκος δημοπρασιών στη Νέα Υόρκη το προσέφερε προς πώληση αντί ενός έως 1,3 εκατομμυρίων ευρώ το 2000, χωρίς να βρει αγοραστή.
Η περίπτωση του Μέντελσον είναι χαρακτηριστική της αδιαφάνειας που επικρατεί στο εμπόριο σπάνιων οργάνων, όπου λεπτομέρειες σχετικά με την προέλευση, ή το ιστορικό προηγούμενης ιδιοκτησίας τους, είτε δεν είναι καλά τεκμηριωμένες ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, αποκρύπτονται σκόπιμα. Τα όργανα συχνά πωλούνται και μεταπωλούνται για εκατομμύρια ευρώ, ακόμη και αν δεν διαθέτουν επαληθεύσιμο ιστορικό.
Ο Στραντιβάρι, ο οποίος πέθανε το 1737, κατασκεύασε περισσότερα από 1.000 έγχορδα όργανα, συχνά σε συνεργασία με τους γιους του, εργαζόμενος σε κατάστημα στην Κρεμόνα της Ιταλίας. Περίπου 500 από τα βιολιά του, διάσημα για τον πλούσιο ήχο τους και την ομορφιά τους, εξακολουθούν να κυκλοφορούν σήμερα. Κάποια ανήκαν σε βιρτουόζους βιολιστές και έχουν πωληθεί για έως και 17 εκατομμύρια ευρώ το ένα.
Χρησιμοποιώντας αρχεία πωλήσεων, συνεντεύξεις και άλλα δεδομένα, η Σαπρό πιστεύει ότι εντόπισε το Μέντελσον στην κατοχή ενός ιάπωνα βιολιστή, που φαίνεται να το απέκτησε γύρω στο 2005. Ο 54χρονος Εϊτζίν Νιμούρα είναι εξέχων μουσικός που υπηρετεί ως καλλιτέχνης υπέρ της ειρήνης για λογαριασμό της UNESCO, δίνοντας συναυλίες στήριξης θυμάτων φυσικών καταστροφών.
Ο βιολιστής έχει αναφερθεί στο όργανό του –το οποίο αποκαλεί «Στέλλα»– στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στην έκθεση του 2018 στο Τόκιο, αλλά αρνείται να το συζητήσει περαιτέρω με την Σαπρό. Οι απόγονοι της οικογένειας Μέντελσον-Μπόνκε, διασκορπισμένοι σε όλη την Ευρώπη και τις ΗΠΑ, ελπίζουν να καταλήξουν σε συμβιβασμό με τον Νιμούρα, αν και εκείνος δεν έχει αναγνωρίσει τις αξιώσεις τους για το βιολί.
Ο Ντέιβιντ Ρόζενταλ, μέλος της οικογένειας και πρώην κύριος παίκτης κρουστών της Ορχήστρας Μπαλέτου του Σαν Φρανσίσκο, λέει στους New York Times ότι γνωρίζει πως ένα βιολί που κάποτε έπαιζε η γιαγιά του, Λίλι, είχε κλαπεί κατά τη διάρκεια του πολέμου. Οταν η Σαπρό επικοινώνησε μαζί του για να του πει ότι βρήκε το κλεμμένο όργανο, εκείνος την αντιμετώπισε με δυσπιστία και σοκ.
Ο Φραντς φον Μέντελσον, ο οποίος πέθανε το 1935, ήταν συνέταιρος στην Τράπεζα Μέντελσον του Βερολίνου και συλλέκτης μουσικών οργάνων. Μετά την άνοδο των Ναζί στην εξουσία, οι Εβραίοι αντιμετώπιζαν αυξανόμενες δυσκολίες στην εξαγωγή ακριβών αντικειμένων από τη χώρα. Το Στραντιβάριους βρισκόταν τοποθετημένο σε θυρίδα της τράπεζας το 1938, όταν οι ναζί υποχρέωσαν την τράπεζα σε εκκαθάριση – με τα περιουσιακά της στοιχεία να περνούν στην Deutsche Bank.
Χρόνια αργότερα, το βιολί και άλλα όργανα και κειμήλια της οικογένειας Μέντελσον-Μπόνκε μεταφέρθηκαν σε θυρίδα της Deutsche Bank. Αλλά κάποια στιγμή την άνοιξη ή το καλοκαίρι του 1945 –όπου στο Βερολίνο επικρατούσε χάος μετά την αυτοκτονία του Χίτλερ τον Απρίλιο– η θυρίδα λεηλατήθηκε, σύμφωνα με μια επιστολή του 1960 από τραπεζικούς υπαλλήλους προς την οικογένεια. Οι Σοβιετικοί ανέλαβαν τον έλεγχο της τράπεζας, πιθανώς μετά τη λεηλασία των θυρίδων.
Επί δεκαετίες, η οικογένεια Μέντελσον-Μπόνκε αναζητούσε το Στραντιβάριους, δημοσιεύοντας φωτογραφίες και ανακοινώσεις για κλεμμένα περιουσιακά στοιχεία σε διεθνή μέσα ενημέρωσης, και υποβάλλοντας αναφορά στο ομοσπονδιακό υπουργείο Εσωτερικών της Γερμανίας. Μια ανακοίνωση του 1958 στο μουσικό περιοδικό Strad, περιέγραφε το Μέντελσον ως «αντικείμενο αξίας 80.000 μάρκων το 1930», κλεμμένο την εποχή της σοβιετικής κατοχής.
Τα χαμένα ή κλεμμένα από του Ναζί μουσικά όργανα είναι δύσκολο να εντοπισθούν, καθώς η προέλευσή τους δεν ήταν βασική παράμετρος στην αγοραπωλησία τους μετά το τέλος του πολέμου. Η Σαπρό ακολούθησε την πορεία του βιολιού μέχρι το 1995, όταν ο Μπερνάρ Σαμπατιέ, μουσικός από το Παρίσι, της είπε ότι ένας ρώσος βιολιστής τον προσέγγισε για να του πουλήσει ένα πιστοποιημένο Στραντιβάριους που είχε αγοράσει το 1953 από γερμανό έμπορο στη Μόσχα.
Το 1999, ένα πιστοποιητικό γνησιότητας που εκδόθηκε από τον Σαμπατιέ ανέφερε ότι το βιολί είχε κατασκευαστεί το 1707, δύο χρόνια νωρίτερα από το αγνοούμενο Μέντελσον – αλλά ο ίδιος αδυνατούσε να θυμηθεί πώς είχε γίνει η χρονολόγησή του. Η Σαπρό θεωρεί ότι η διετής διαφορά στη χρονολογία κατασκευής του μάλλον συνιστά απόδειξη ότι η εσωτερική ετικέτα του βιολιού είχε παραποιηθεί μετά την εξαφάνισή του τη δεκαετία του 1940.
Ο Σαμπατιέ ανέφερε στη Σαπρό ότι ο ρώσος βιολιστής τελικά πούλησε το βιολί μέσω ενός ελβετού εμπόρου που δραστηριοποιείτο στη Ρώμη, με τον οποίο η επικοινωνία κατέστη αδύνατη. Το 2000 το όργανο κατέφθασε στον οίκο δημοπρασιών Tarisio, όπου ένας μεσάζων επιχείρησε ανεπιτυχώς να το πουλήσει – αλλά οι φωτογραφίες του που τραβήχτηκαν τότε χρησιμοποιήθηκαν από τη Σαπρό για να αποδείξει ότι επρόκειτο για το χαμένο Μέντελσον.
Το 2005 το βιολί που εικάζεται ότι είναι το κλεμμένο Μέντελσον κατέληξε στην κατοχή του Νιμούρα. Η γερμανική εταιρεία εμπορίας βιολιών, Machold Rare Violins, παρουσίασε εκείνη τη χρονιά ένα πιστοποιητικό γνησιότητας που ανέφερε τον ιάπωνα βιολιστή ως ιδιοκτήτη του – αλλά η εταιρεία χρεοκόπησε το 2010, και ο ιδιοκτήτης της δεν εμφανίστηκε όταν η Σαπρό τον έψαξε στη διάρκεια των ερευνών της.
Η ερευνήτρια ανέφερε ότι όταν είδε το εικόνες του Στραντιβάριους στον κατάλογο έκθεσης της πινακοθήκης Mori Arts Center του Τόκιο το 2018, δεν είχε καμία αμφιβολία ότι κοιτούσε το χαμένο Μέντελσον. Μετά το πέρας της έκθεσης, ο Νιμούρα συμπεριέλαβε τη «Στέλλα» του στην επίσημη βιογραφία του και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ο Ρόζενταλ, εκπρόσωπος της οικογένειας Μέντελσον-Μπόνκε, επικοινώνησε με τον ιάπωνα βιολιστή το περασμένο φθινόπωρο.
Ο Νιμούρα ισχυρίστηκε ότι η προέλευση του βιολιού που έχει στην κατοχή του είναι πλαστή, προσθέτοντας ότι η ταυτότητά του δεν θα μείνει για πολύ μυστική. Η δικηγόρος του, από την πλευρά της, καταγγέλλει τις έρευνες των Ρόζενταλ και Σαπρό ως «μορφή παρενόχλησης» εναντίον του πελάτη της, προσθέτοντας ότι εκείνος δεν είναι υποχρεωμένος να πιστοποιήσει τη «Στέλλα» του. Ο οίκος δημοπρασιών Tarisio, εκτιμά τη σημερινή τιμή του βιολιού στα 4,3 εκατομμύρια ευρώ.
Αλλά ο Ρόζενταλ ισχυρίζεται ότι το Στραντιβάριους είναι κάτι παραπάνω από υλική απώλεια για την οικογένεια, τα μέλη της οποίας είναι όλοι μουσικοί εδώ και τρεις γενεές. «Το γεγονός ότι ανακαλύφθηκε μετά από τόσο καιρό μας έχει συγκλονίσει όλους τους απογόνους των Μέντελσον-Μπόνκε» εξηγεί στους Times. «Θεωρούμε το βιολί αναπόσπαστο κομμάτι της οικογενειακής μας ιστορίας και αναζητούμε μια ιστορική επίλυση του ζητήματος», συμπληρώνει.
