Η Βιρτζίνια Τζουφρέ, θύμα σεξουαλικής κακοποίησης και trafficking από τον Τζέφρι Eπσταϊν και βασική κατήγορος του δισεκατομμυριούχου παιδεραστή και μαστροπού, ολοκλήρωσε τη συγγραφή του βιβλίου «Nobody’s Girl» πέρυσι τον Οκτώβριο, έξι μήνες πριν αυτοκτονήσει στην Αυστραλία σε ηλικία μόλις 41 ετών.
Το αυτοβιογραφικό σύγγραμμα των 400 σελίδων πρόκειται να κυκλοφορήσει την επόμενη εβδομάδα, ωστόσο έχουν ήδη διαρρεύσει διάφορα αποσπάσματα, προκαλώντας ντόρο, ειδικά στη Βρετανία, καθώς αφορούν τον ήδη «δακτυλοδεικτούμενο» πρίγκιπα Αντριου.
Η Τζουφρέ είχε κατηγορήσει δημοσίως τον δούκα του Γιορκ ότι τη βίασε και την κακοποίησε τρεις φορές, πρώτη τον Μάρτιο του 2001 στο Λονδίνο. Ο πρίγκιπας αρνήθηκε, φυσικά, τους ισχυρισμούς, ενώ η μήνυση για σεξουαλική επίθεση που υπέβαλε εναντίον του η Τζουφρέ στις ΗΠΑ, διευθετήθηκε, τελικά, εξωδικαστικά, το 2022, με τον βρετανό γαλαζοαίματο να αποζημιώνει την κατήγορό του αλλά να μην παραδέχεται καμία ενοχή.
«Εκτοτε σκέφτηκα πολύ πώς μου συμπεριφερόταν. Ηταν αρκετά φιλικός, αλλά και κτητικός – ωσάν να πίστευε ότι το σεξ μαζί μου ήταν εκ γενετής δικαίωμά του», διαβάζουμε, σήμερα, σε απόσπασμα του βιβλίου που δημοσίευσε ο Guardian. Στο «Nobody’s Girl» επαναλαμβάνεται ο ισχυρισμός ότι η ανήλικη, τότε, Τζουφρέ, είχε λάβει 15.000 δολάρια από τον Τζέφρι Επσταϊν για «την εξυπηρέτηση του άνδρα που οι ταμπλόιντ αποκαλούσαν ‘Ράντι Άντι’ [Ξαναμμένο Αντι]».
Οπως γράφει σε ρεπορτάζ της η Βικτόρια Γουόρντ, αναπληρώτρια βασιλική συντάκτρια της Telegraph, o δούκας δεν είχε τη δυνατότητα να διαβάσει το βιβλίο πριν από τη «διαρροή» των ατιμωτικών για τον ίδιο αποσπασμάτων, όμως ένας φίλος του υπονόησε ότι ήταν σίγουρος πως οι κατηγορίες εναντίον του θα επαναλαμβάνονταν.
Ορισμένοι, μάλιστα, κάνουν λόγο για «χρήσιμο αντιπερισπασμό», υποστηρίζοντας πως η επαναφορά της υπόθεσης του πρίγκιπα Αντριου στο προσκήνιο, θα μπορούσε να αποσπάσει την προσοχή από όσους άλλους είναι ύποπτοι για πολύ πιο στενές σχέσεις με τον Επσταϊν (ο οποίος άφησε την τελευταία του πνοή στη φυλακή το 2019).
Στην εκτενή μαρτυρία της, η Τζουφρέ θυμάται ακόμη και τη στιγμή που η βρετανίδα σοσιαλιτέ και δεξί χέρι του Επσταϊν, Γκισλέιν Μάξγουελ, (εκτίει ποινή κάθειρξης στις ΗΠΑ) τη σύστησε στον αδελφό του βασιλιά Καρόλου και εκείνη αισθανόταν «σαν Σταχτοπούτα» που επρόκειτο να συναντήσει έναν «όμορφο πρίγκιπα».
Περιγράφει πως ο Επσταϊν θέλησε, μάλιστα, να απαθανατίσει τη συνάντηση, φωτογραφίζοντάς την, αγκαλιά με τον δούκα, και την Μάξγουελ να στέκεται παράμερα. Αμέσως μετά οι τέσσερις μετέβησαν σε ένα πριβέ νάιτ κλαμπ στο κέντρο του Λονδίνου, όπου ο δούκας αποδείχθηκε, σύμφωνα, πάντα, με την Τζουφρέ, «ατσούμπαλος χορευτής» ενώ «ίδρωνε πολύ». Ο Αντριου ισχυρίστηκε ότι η φωτογραφία ήταν παραποιημένη και επικαλέστηκε τα λεγόμενά της περί υπερβολικής εφίδρωσης ως απόδειξη ότι έλεγε ψέματα, δηλώνοντας ότι πάσχει από μια «ιδιαίτερη ιατρική πάθηση» που δεν του επιτρέπει να ιδρώνει.
Οσο για τη συνέχεια, «στο δρόμο της επιστροφής, η Μάξγουελ μου είπε: “Όταν φτάσουμε στο σπίτι, πρέπει να κάνεις για αυτόν ό,τι κάνεις για τον Τζέφρι”. Γδυθήκαμε και μπήκαμε στην μπανιέρα, αλλά δεν μείναμε εκεί πολύ επειδή ο πρίγκιπας αδημονούσε να φτάσει στο κρεβάτι. Εδωσε ιδιαίτερα σημασία στα πόδια μου, χάιδευε τα δάχτυλά μου και έγλειφε τις καμάρες μου».
Η δεύτερη συνάντησή της με τον δούκα έλαβε χώρα στην έπαυλη του Επσταϊν στο Μανχάταν, όπου η Μάξγουελ τον παρουσίασε με μία πάνινη κούκλα-ομοίωμα του εαυτού του, την οποία ο Αντριου φέρεται να χρησιμοποίησε στη συνέχεια για να αγγίζει ανάρμοστα την Τζουφρέ και μια άλλη γυναίκα, ονόματι Γιοχάνα Σιόμπεργκ: «Ο συμβολισμός ήταν αδύνατο να αγνοηθεί. Η Γιοχάνα και εγώ ήμασταν οι μαριονέτες της Μάξγουελ και του Επσταϊν, οι οποίοι κινούσαν τα νήματα».
Ενα τρίτο περιστατικό φέρεται να σημειώθηκε στο Λιτλ Σεντ Τζέιμς, το ιδιωτικό νησί του Επσταϊν στις Αμερικανικές Παρθένες Νήσους, όπου, σύμφωνα με την Τζουφρέ, ο δισεκατομμυριούχος μαστροπός και ο «ξαναμμένος» πρίγκιπας έκαναν σεξ με οχτώ νεαρά κορίτσια.
Σε άλλο σημείο του βιβλίου της, η Τζουφρέ περιγράφει τη συνάντησή της με τον Ντόναλντ Τραμπ, όταν άρχισε να εργάζεται, ως έφηβη, στο κέντρο ευεξίας του συγκροτήματός του στο Μαρ-α-Λάγκο της Φλόριντα. Στο παραθαλάσσιο κτήμα του νυν προέδρου των ΗΠΑ την πήγε ο πατέρας της, ο οποίος επίσης εργαζόταν εκεί ως υπεύθυνος συντήρησης των μονάδων κλιματισμού και των γηπέδων τένις.
«Δεν ήταν ακριβώς φίλοι. Αλλά ο μπαμπάς δούλευε σκληρά, και αυτό άρεσε στον Τραμπ, είχα δει φωτογραφίες τους να ποζάρουν μαζί, ανταλλάσσοντας χειραψία. Ετσι, μια μέρα ο πατέρας μου με πήγε στο γραφείο του Τραμπ. “Αυτή είναι η κόρη μου”, είπε ο μπαμπάς, και η φωνή του ακούστηκε περήφανη», έγραψε η Τζουφρέ, προσθέτοντας πως ο Τραμπ «δεν θα μπορούσε να ήταν πιο φιλικός» και της είπε ότι ήταν φανταστικό που βρισκόταν εκεί.
Στο «Nobody’s Girl» περιγράφεται επίσης πώς η ανήλικη ακόμα κοπέλα έπεσε στα δίχτυα του Επσταϊν, στα μέσα του 2000, εβδομάδες πριν τα 17α γενέθλιά της. Μια μέρα την είδε να περπατάει στο δρόμο η Γκισλέιν Μάξγουελ και άρχισε να την ακολουθεί σαν «δεινό αρπαχτικό».
Κάποια στιγμή την πλησίασε και της είπε ότι έψαχνε μια μασέρ για έναν πλούσιο άνδρα που ζούσε λιγότερο από δύο μίλια μακριά. Το ίδιο βράδυ η ανήλικη Τζουφρέ κατέληξε στο σπίτι του Επσταϊν, ο οποίος την περίμενε γυμνός και ξαπλωμένος σε ένα κρεβάτι μασάζ μέσα σε μία κρεβατοκάμαρα: «Το σώμα μου χρησιμοποιήθηκε με τρόπους που μου προκάλεσαν τεράστια ζημιά. Αλλά τα χειρότερα πράγματα που μου έκαναν ο Επσταϊν και η Μάξγουελ δεν ήταν σωματικά, αλλά ψυχολογικά. Από την αρχή, με χειραγώγησαν ώστε να συμμετέχω σε εκδηλώσεις που με κατέτρωγαν, διαβρώνοντας την ικανότητά μου να κατανοώ την πραγματικότητα και εμποδίζοντάς με να υπερασπιστώ τον εαυτό μου. Από την αρχή με αποπλάνησαν ώστε να είμαι συνένοχη στην ίδια μου την καταστροφή. Από όλες τις τρομερές πληγές που μου προκάλεσαν, αυτή η καταναγκαστική συνενοχή ήταν η πιο καταστροφική», έγραψε, μερικούς μήνες πριν βάλει τέλος στη ζωή της.
