Παλιότερα είχαμε το white men can’t jump (οι λευκοί δεν μπορούν να πηδήξουν) που έλεγαν οι έγχρωμοι μπασκετμπολίστες για τα «ασπρουλιάρικα παιδιά των καλών κολεγίων».
Σήμερα έχουμε κάτι αντίστοιχο, αλλά στο χώρο της Εβδομης Τέχνης αυτή τη φορά: οι άνδρες ηθοποιοί δεν μπορούν να τραγουδήσουν.
«Ισχύει κάτι τέτοιο;» αναρωτιέται ο Guardian και επιχειρηματολογεί επ’ αυτού.
«Υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους το πρώτο Mamma Mia! ήταν τόσο καλή ταινία, αλλά μπορούμε όλοι να συμφωνήσουμε ότι δεν οφειλόταν στις επιδόσεις του Πιρς Μπρόσναν στο τραγούδι, καθώς ακουγόταν σαν ένα λαμπραντόρ παγιδευμένο κάτω από μια κουβέρτα. Και απ’ ότι φαίνεται από τις εξίσου κακές επιδόσεις του ηθοποιού Χιου Σκίνερ που τραγουδάει το «Waterloo» σαν… δασκαλάκος που τον σφίγγει η γραβάτα του, το σίκουελ της ταινίας με τίτλο Mamma Mia! Here We Go Again, θα ακολουθήσει την ίδια παράδοση που θέλει τους άντρες ηθοποιούς να είναι ανίκανοι να τραγουδήσουν σωστά έστω και μια νότα», σημειώνει το δημοσίευμα.
Το Mamma Mia! στηρίζεται πάνω σε μια –πλέον αναγνωρισμένη- αλήθεια σχετικά με τα σύγχρονα μιούζικαλ: όσον αφορά το τραγούδι, οι γυναίκες είναι καλύτερες σε αυτό.
«Η Μέριλ Στριπ, η Αμάντα Σάιφριντ και η Λίλι Τζέιμς μπορούν να τραγουδήσουν αρκετά καλά. Ωστόσο, καθώς στα σημερινά κινηματογραφικά μιούζικαλ προσλαμβάνουν είτε κανονικούς τραγουδιστές με περιορισμένη υποκριτική ικανότητα δράσης είτε γνήσιους ηθοποιούς με περιορισμένη ικανότητα στο τραγούδι, οι χαμένοι της υπόθεσης είναι οι άντρες που ως ηθοποιοί είναι μακράν οι χειρότεροι τραγουδιστές» επισημαίνεται.
Μάλιστα, ο αρθρογράφος φέρνει ως κλασικό παράδειγμα την ταινία La La Land: ήταν ένα κλασικό παράδειγμα. «Η Εμα Στόουν και ο Ράιαν Γκόσλινγκ υποδύονται τους βασικούς χαρακτήρες και τραγουδάνε. Αμφότεροι εκλεκτοί ηθοποιοί και σχετικά πετυχημένοι τραγουδιστές, αλλά αν έπρεπε να προσφέρετε δισκογραφικό συμβόλαιο σε κάποιον από τους δυο, θα το κάνατε στην Στόουν».
«Το ίδιο συνέβη στην ταινία Chicago, όπου ο Ρίτσαρντ Γκιρ ήταν… λίγος δίπλα στις συναδέλφους του Ρενέ Ζελβέγκερ και Κάθριν Ζέτα Τζόουνς ή στους «Αθλίους», όπου η μεν Αν Χαθαγουέι ακουγόταν συμπαθητική, ο δε Ράσελ Κρόου τραγουδούσε σαν να υπέφερε από την κήλη του» συνοψίζει.
Την εξαίρεση στον ανωτέρω κανόνα αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο, ο αυστραλός ηθοποιός Χιού Τζάκμαν, «που μπορεί να κρατήσει στις φωνητικές του χορδές ένα ολόκληρο μιούζικαλ».
«Είναι τόση η ανδρική ανικανότητα στον τομέα αυτό, ώστε σχεδόν αναρωτιέσαι πως είναι δυνατόν να έκαναν επιτυχημένα τραγούδια κάποιοι ηθοποιοί του παρελθόντος, όπως ο Ρίτσαρντ Χάρις με το «MacArthur Park» το 1968, ο Λι Μάρβιν με το «Wandrin ‘Star» δυο χρόνια μετά και ο Ρεξ Χάρισον που εκτόξευσε με το τραγούδι του την δημοφιλία γνωστών μιούζικαλ όπως τα «My Fair Lady» και «Doctor Doolittle».
Ισως οι άντρες ηθοποιοί να θεωρούν πως μπορούν να ξεφύγουν από τις κακές κριτικές απλά με την λογική πως «τόλμησαν και το δοκίμασαν».
Πάντως, προς τιμήν του, ο Πιρς Μπρόσναν ουδέποτε πτοήθηκε από τις κακές κριτικές που έλαβε για το τραγούδι του στο πρώτο Mamma Mia! κι είπε να το ξαναδοκιμάσει στο σίκουελ.
«Μόνο που αυτή τη φορά δέχτηκε να κάνει και μερικά μαθήματα φωνητικής» καταλήγει με νόημα το άρθρο.
