Ακολούθησαν οι συστάσεις, επικεντρωμένες όχι στην προπέλα, αλλά στην οπλή: «Είναι εγγονός του ιδρυτή της εταιρείας, αλλά τώρα κατεγράφη στα χρονικά της ιππασίας με το κατόρθωμά του. Εξάλλου όλη η οικογένεια Γκριμάλντι έχει τα άλογα στο DNA της».
Ο ίδιος ο Γκουίντο είπε: «Αφότου επέστρεψα στη Νάπολι, την περασμένη Δευτέρα, όλοι με καλούν για να μιλήσουμε για ιππασία! Με διασκεδάζει αυτό, αλλά με γεμίζει και με υπερηφάνεια». Το ρεπορτάζ μάς πληροφόρησε ότι και ο πατέρας του, Εμανουέλε, εξακολουθεί να ιππεύει και υπήρξε μέλος της ιταλικής ομάδας επιδείξεων αλμάτων, όπως και ο αδελφός του, Εουτζένιο.
«Ο μπαμπάς μου με έβαλε σε ένα άλογο όταν ήμουν πέντε ετών» είπε ο Γκουίντο. «Είναι αυτός που μετέδωσε αυτό το πάθος τόσο σε εμένα όσο και στον αδερφό μου». Και ο γιος του Γκουίντο, που έχει το όνομα του παππού του, διακρίθηκε στην ιταλική ιππασία παίδων όταν ήταν 11 ετών. «Αυτό που πάντα λέω στον Εμανουέλε είναι ότι πρέπει να παραμένει ταπεινός αλλά και αποφασιστικός. Πρέπει να ξέρει να κερδίζει με σεμνότητα και να χάνει με αξιοπρέπεια. Αυτό είναι το μάθημα που ελπίζω να του έχω μεταφέρει». Λόγια πατρικής τρυφερότητας, τα οποία δεν αντανακλούν μόνο τη μεγαλοαστική νοοτροπία, αλλά και τη ναπολιτάνικη ιδιοσυγκρασία του.
Σε ό,τι αφορά τα συμβάντα στην αρένα του Al Shira’a International Horse Show, ο Γκουίντο είπε: «Θέλεις την αλήθεια; Αγωνίστηκα απέναντι σε ολυμπιονίκες και κορυφαίους επαγγελματίες. Αυτοί είναι καβάλα δέκα ώρες την ημέρα, ενώ εγώ ιππεύω μόνο σε αγώνες ή τα Σαββατοκύριακα. Τι εννοώ; Οτι αυτή η νίκη προέρχεται από την καρδιά, όχι από την τεχνική. Από το να μην τα παρατάς ποτέ. Πάντα το πίστευα. Και η γυναίκα μου, η Φάμπια, το πίστεψε και της αφιέρωσα τη νίκη. Διότι με ενεθάρρυνε να παλέψω για τη διάκριση. Ετσι μπήκα στον αγώνα με σφηνωμένη στο κεφάλι μου την ιδέα ότι πρέπει να κερδίσω. Οπως και έγινε».
Στην ιππασία, όμως, η νίκη δεν αφορά μόνο τον αναβάτη αλλά και το «ταίρι» του, το άλογο. Του Γκουίντο δεν είναι κάποιος σούπερ πρωταθλητής αξίας εκατομμυρίων δολαρίων, αγορασμένος από έναν εφοπλιστή που δεν φείδεται τέτοιων εξόδων. Ο «Τζέντλεμαν» είναι ολλανδικής ράτσας, γεννημένος και μεγαλωμένος στη Σικελία όμως.
«Φίλος μού το πούλησε. Φυσικά, είχε αγωνιστεί παλαιότερα, αλλά μόνο στην Ιταλία και ποτέ σε τέτοιο επίπεδο». Τον έπιασαν τα γέλια τον Γκουίντο: «Τι δίδυμο! Ο ναπολιτάνος αναβάτης και το σικελικό άλογό του κατέκτησαν την κορυφή του κόσμου!» Ευχαρίστησε όμως και όσους τον βοήθησαν, προπονητή αλόγου, διοικητικούς, ακόμη και την Ιταλική Ομοσπονδία Ιππικών Αθλημάτων.
Κατέληξε, λοιπόν, ο Γκριμάλντι: «Το να νικήσω την παγκόσμια ελίτ της ιππασίας ήταν συναρπαστικό, όμως ακόμα πιο συναρπαστικό ήταν που άκουσα το κοινό να ζητωκραυγάζει για μένα, έναν άγνωστο Ιταλό. Στο τέλος ήταν όλοι όρθιοι και η φράση που άκουσα περισσότερο, ακόμα και όταν μου πέρασαν το χρυσό μετάλλιο στον λαιμό, ήταν η εξής: ‘‘Το άξιζες, το άξιζες!’’»
