Μια δικαστής στη Νότια Καρολίνα δεχόταν απειλές κατά της ζωής της πριν το σπίτι της καεί από μια τεράστια πυρκαγιά, που είχε σαν αποτέλεσμα τρία μέλη της οικογένειάς της να μεταφερθούν στο νοσοκομείο.
Το πρωί του περασμένου Σαββάτου, η 69χρονη δικαστής του περιφερειακού δικαστηρίου, Νταϊάν Γκούντσταϊν, είχε βγάλει τα σκυλιά της βόλτα όταν το παραθαλάσσιο σπίτι της αξίας 1,3 εκατ. ευρώ στην παραλία Εντίστο τυλίχθηκε στις φλόγες.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της βρετανικής Telegraph, ο 81χρονος σύζυγός της, Αρνολντ Γκούντσταϊν, πρώην γερουσιαστής της πολιτείας, και δύο άλλα μέλη της οικογένειάς της, αναγκάστηκαν να πηδήξουν από τα παράθυρα του επάνω ορόφου για να ξεφύγουν από το φλεγόμενο ακίνητο. Ο Γκούντσταϊν υπέστη πολλαπλά κατάγματα από την πτώση.
Πλάνα από κάμερες δείχνουν τις φλόγες να μαίνονται στους επάνω ορόφους της τεράστιας κατοικίας, με σύννεφα μαύρου καπνού να υψώνονται στον αέρα. Το μόνο που απέμεινε από το ακίνητο μετά την πυρκαγιά ήταν μια σειρά από καμένες ξύλινες δοκούς, και ένα καμένο αυτοκίνητο παρκαρισμένο δίπλα του.
Η αιτία της πυρκαγιάς παραμένει ασαφής, αλλά τοπικοί αξιωματούχοι ανέφεραν ότι ξεκίνησε με «έκρηξη», ενώ η δικαστής είχε λάβει απειλές για τη ζωή της τον τελευταίο μήνα.
Ο Μαρκ Κιλ, επικεφαλής του τμήματος επιβολής του νόμου της Νότιας Καρολίνας (SLED), δήλωσε στα τοπικά μέσα ενημέρωσης ότι δεν υπάρχουν «στοιχεία» που να υποδηλώνουν ότι η πυρκαγιά προκλήθηκε από εμπρησμό. Συμπλήρωσε ότι οι πράκτορες της υπηρεσίας του «έχουν διαπιστώσει προκαταρκτικά ότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να υποστηρίζουν εσκεμμένη πυρπόληση».
Ο ρεπουμπλικάνος κυβερνήτης της Νότιας Καρολίνας, Χένρι ΜακΜάστερ, χαρακτήρισε την πυρκαγιά «φρικτή». Παράλληλα απεύθυνε έκκληση στο κοινό να «επιδείξει την καλή του κρίση και να αποφύγει την κοινοποίηση μη επαληθευμένων πληροφοριών όσο συνεχίζεται η έρευνα».
Η πυρκαγιά έρχεται μετά από μια πρόσφατη έξαρση των επιθέσεων εναντίον πολιτικών προσωπικοτήτων στις ΗΠΑ, όπως η δολοφονία του συντηρητικού ακτιβιστή Τσάρλι Κερκ, και μια ένοπλη επίθεση σε εγκαταστάσεις της Υπηρεσίας Μετανάστευσης (ICE) στο Ντάλας του Τέξας.
Η δικαστής Γκούντσταϊν φέρεται να είχε δεχθεί απειλές για τη ζωή της μετά την καταδικαστική για την κυβέρνηση Τραμπ απόφαση που εξέδωσε στις 2 Σεπτεμβρίου, σε μια υπόθεση που αφορά την παράδοση ευαίσθητων πληροφοριών εγγραφής ψηφοφόρων στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση.
Το υπουργείο Δικαιοσύνης έχει ζητήσει από τους εκπροσώπους της Νότιας Καρολίνας να παραδώσουν τα προσωπικά δεδομένα πάνω από 3,3 εκατομμυρίων ψηφοφόρων, προκειμένου να εξαλείψουν τους παράνομους μετανάστες που θεωρεί υπόπτους για παράνομη συμμετοχή στην ψηφοφορία των πολιτειακών εκλογών. Ο κυβερνήτης ΜακΜάστερ είχε δηλώσει τότε ότι η απόφαση ήταν «λανθασμένη» και είχε υποβάλλει αίτηση για την ανατροπή της ετυμηγορίας, η οποία ακυρώθηκε.
Το περιστατικό πυροδότησε πόλεμο λέξεων, με τον Δημοκρατικό βουλευτή της Νέας Υόρκης, Ντάνιελ Γκόλντμαν, να κατηγορεί την «Ακρα Δεξιά» για την έναρξη της πυρκαγιάς, και να απαιτεί από τον πρόεδρο Τραμπ να καταδικάσει την ενέργεια. Ο Στίβεν Μίλερ, αναπληρωτής προσωπάρχης του Λευκού Οίκου, απάντησε κατηγορώντας τον Γκόλντμαν για «απαράδεκτη» συμπεριφορά και διασπορά «απαράδεκτων ψεμάτων», μιλώντας για «κίνημα αριστερής τρομοκρατίας».
Ο Μίλερ κατηγόρησε «ακροαριστερούς Δημοκρατικούς δικαστές, εισαγγελείς και γενικούς εισαγγελείς» για αυτό το «φαινόμενο», συμπληρώνοντας στο X/Twitter ότι «η μόνη λύση είναι η χρησιμοποίηση της νόμιμης κρατικής εξουσίας για την εξάρθρωση της ακροαριστερής τρομοκρατίας και των τρομοκρατικών δικτύων της».
Ο Γκόλντμαν ανταπάντησε με τη σειρά του ότι ο Ρεπουμπλικάνος αποφεύγει την ερώτηση. «Αν προσπαθείτε να καταπολεμήσετε την πολιτική βία, γιατί δεν καταδικάζετε την πολιτική βία εναντίον μιας δικαστού που αποφάνθηκε εναντίον σας και της κυβέρνησής σας;», τον ρώτησε, συμπληρώνοντας: «Είναι αρκετά απλό: Καταδικάζετε κάθε πολιτική βία, ή μόνο εκείνη εναντίον των υποστηρικτών σας;».
