Κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους, η οικογένεια Τραμπ ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο υπογράφοντας τη μία μετά την άλλη νέες συμφωνίες για την ανάπτυξη ακινήτων, συχνά με τη συμμετοχή ξένων κυβερνήσεων, προκαλώντας μια σειρά από ηθικά ζητήματα.
Ωστόσο, μόνο μία από αυτές τις συμφωνίες, στο Βελιγράδι, οδήγησε σε δημόσια ανακοίνωση της έναρξης ποινικής έρευνας εναντίον τοπικών αξιωματούχων, όπως σημείωσαν οι New York Times.
Η έρευνα ξεκίνησε μετά την αντίσταση μιας ομάδας θαρραλέων υπερασπιστών της πολιτιστικής κληρονομιάς στη Σερβία εναντίον της κυβέρνησής τους και, κατ’ επέκταση, των στενών συγγενών του αμερικανού προέδρου.
Ο γαμπρός του Τραμπ, Τζάρετ Κούσνερ, έχει συνάψει συμφωνία με τη σερβική κυβέρνηση για την κατασκευή ενός ξενοδοχείου και συγκροτήματος διαμερισμάτων αξίας μισού δισεκατομμυρίου δολαρίων στο κέντρο του Βελιγραδίου.
Στο έργο συμμετέχει και ο Ομιλος Trump, που διευθύνεται από τους γιους του προέδρου, Ερικ και Ντόναλντ Τζούνιορ, καθώς το πολυτελές ξενοδοχείο θα φέρει το εμπορικό σήμα Trump.
Τον Νοέμβριο, μία εβδομάδα μετά την επανεκλογή του Τραμπ, η σερβική κυβέρνηση έβαλε λάδι στη φωτιά δηλώνοντας ότι ο χώρος -ένα βομβαρδισμένο κτίριο που αποτελεί σύμβολο των δεινών των Σέρβων κατά τη διάρκεια του πολέμου του 1999- δεν θεωρείται πλέον πολιτιστικό μνημείο. Αυτό άνοιξε τον δρόμο για το συγκρότημα της οικογένειας Τραμπ, ανέφεραν οι New York Times.
Δεκάδες αρχιτέκτονες και ιστορικοί του κρατικού Ινστιτούτου Προστασίας Πολιτιστικών Μνημείων της χώρας διαμαρτυρήθηκαν, κατηγορώντας την κυβέρνηση για παραβίαση του νόμου.
Λίγες ημέρες μετά την απόφαση της κυβέρνησης, έστειλαν μια επιστολή στην οποία ανέφεραν ότι ο χαρακτηρισμός του κτιρίου ως «ακίνητο πολιτιστικό αγαθό» μπορούσε να ανακληθεί μόνο εάν το ενέκρινε μια ομάδα εμπειρογνωμόνων του ινστιτούτου, κάτι που δεν είχε συμβεί.
«Από την αρχή ξέραμε πως ήταν μια πολιτική απόφαση», δήλωσε στους New York Times η Εστέλα Ράντοντζιτς Ζίβκοφ, πρώην αναπληρώτρια διευθύντρια του ινστιτούτου.
Είπε ότι δέχτηκε πιέσεις από αξιωματούχους των κρατικών υπηρεσιών πληροφοριών να μην αμφισβητήσει την κυβέρνηση σε αυτή την υπόθεση, ένα σαφές σημάδι του έντονου ενδιαφέροντος των σέρβων αξιωματούχων για το έργο.
Τώρα, επτά μήνες αργότερα, το εγχείρημα της οικογένειας Τραμπ έχει μετατραπεί σε σκάνδαλο στη Σερβία, αλλά και ένα κραυγαλέο παράδειγμα του πόσο μακριά ήταν διατεθειμένη να φτάσει μια ξένη κυβέρνηση για να προωθήσει τα οικονομικά συμφέροντα της οικογένειας Τραμπ.
Η υπόθεση αυτή εντείνει τις ανησυχίες ότι οι επιχειρηματικές συναλλαγές της οικογένειας έχουν γίνει πιο δύσκολο να διαχωριστούν από τις επίσημες αποφάσεις του αμερικανού προέδρου, σύμφωνα με τους NYT.
«Ακόμη και η εντύπωση ότι η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ ενδέχεται να αξιοποιείται για το προσωπικό οικονομικό όφελος του προέδρου, έρχεται σε αντίθεση με τον τρόπο με τον οποίο πάντα αντιλαμβανόμασταν το δημόσιο λειτούργημα», δήλωσε στην αμερικανική εφημερίδα ο Ντάνιελ Γουάινερ, ειδικός σε θέματα διακυβέρνησης στο μη κερδοσκοπικό Κέντρο Μπρέναν για τη Δικαιοσύνη.
Αν οι ξένοι ηγέτες πιστεύουν ότι μπορούν να επηρεάσουν τον Τραμπ γεμίζοντας τις τσέπες της οικογένειάς του, πρόσθεσε ο Γουάινερ, αυτό μπορεί να επηρεάσει τις δικές τους αποφάσεις.
Σέρβοι φοιτητές που ηγούνται μαζικών διαδηλώσεων κατά του Αλεξάνταρ Βούτσιτς, του προέδρου της χώρας, χρησιμοποιούν το σκάνδαλο αυτό ως παράδειγμα αυτού που θεωρούν διαφθορά της κυβέρνησής τους. Στα τέλη Μαρτίου, χιλιάδες άνθρωποι διαδήλωσαν στο χώρο του μνημείου.
Τον περασμένο μήνα, γιόρτασαν μια απροσδόκητη νίκη.
Ο εισαγγελέας για το οργανωμένο έγκλημα της Σερβίας κατηγόρησε τον Γκόραν Βάσιτς, τον προϊστάμενο της Ζίβκοφ και διευθυντή του πολιτιστικού ινστιτούτου, για κατάχρηση εξουσίας.
Η εισαγγελία δήλωσε ότι ο Βάσιτς είχε παραδεχτεί ότι παραποίησε ένα έγγραφο για να δικαιολογήσει την άρση του καθεστώτος προστασίας του μνημείου.
Κανείς δεν γνωρίζει πόσο μακριά θα φτάσει η έρευνα. Ωστόσο, ένα ερώτημα που έχει τεθεί δημοσίως είναι αν ο Σίνισα Μάλι, ο ισχυρός υπουργός Οικονομικών της Σερβίας, άσκησε πίεση στους υπαλλήλους της πολιτιστικής κληρονομιάς να υποστηρίξουν το συγκρότημα Τραμπ ή να παραιτηθούν.
Ο Μάλι έχει δεσμούς με τον Λευκό Οίκο μέσω του Ρικ Γκρένελ, μακροχρόνιου συμμάχου του Τραμπ και νυν απεσταλμένου για ειδικές αποστολές.
Ο Μάλι αρνήθηκε να σχολιάσει το σχέδιο της οικογένειας Τραμπ, επικαλούμενος τη συνεχιζόμενη έρευνα.
Η Affinity Partners, η εταιρεία του Κούσνερ, ανέφερε ότι η συμφωνία βρίσκεται υπό εξέταση.
Σύμφωνα με τους New York Times, ο σέρβος πρόεδρος υποβαθμίζει την ποινική έρευνα, λέγοντας ότι «δεν υπήρξε καμία παραποίηση».
Μια προνομιακή τοποθεσία
Το σχέδιο της οικογένειας Τραμπ προβλέπει την κατασκευή ενός ξενοδοχείου και πύργων διαμερισμάτων σε ένα προνομιακό οικόπεδο, απέναντι από τα περίτεχνα κεντρικά γραφεία της κυβέρνησης στο κέντρο του Βελιγραδίου.
Θα αντικαταστήσει τα ερείπια του κτιρίου που είναι γνωστό ως Γενικό Επιτελείο, μέρος ενός στρατιωτικού συγκροτήματος που υπέστη σοβαρές ζημιές από τις βομβαρδιστικές επιθέσεις του ΝΑΤΟ το 1999. Εξι χρόνια αργότερα, κηρύχθηκε προστατευόμενο πολιτιστικό αγαθό.
Ο Βούτζο Ιλιτς, πολιτικός επιστήμονας στο Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου, δήλωσε στην αμερικανική εφημερίδα ότι ο Βούτσιτς «έχει πολιτικό συμφέρον να προχωρήσει αυτό το έργο, προκειμένου να αποκτήσει μεγαλύτερη πρόσβαση στην κυβέρνηση Τραμπ».
Αντιμέτωπος με την απομάκρυνση του πρωθυπουργού του τον Μάρτιο και το αίτημα για έκτακτες εκλογές, ο Βούτσιτς είναι πρόθυμος να αποδείξει ότι θεωρείται αξιόπιστος από τους διεθνείς ηγέτες, δήλωσε ο Ιλιτς. Υπάρχουν και άλλα διμερή ζητήματα, όπως οι αμερικανικοί δασμοί και η υποστήριξη της Σερβίας για την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ενωση.
Ο Στίβεν Τσέουνγκ, διευθυντής επικοινωνίας του Λευκού Οίκου, δήλωσε πως «ό,τι κάνει ο πρόεδρος Τραμπ είναι προς όφελος του αμερικανικού λαού».
Το γραφείο του Βούτσιτς δεν απάντησε σε αίτημα των NYT για σχόλιο, αλλά ο σέρβος ηγέτης είχε πει πέρυσι ότι «πέθανε στα γέλια» με την ιδέα ότι «το χρησιμοποίησα για να ασκήσω πολιτική επιρροή στον Τραμπ».
Τον Απρίλιο, ο Βούτσιτς ταξίδεψε στη Φλόριντα με την ελπίδα να συναντήσει τον Τραμπ. Κατάφερε όμως, να συναντήσει μόνο τον Ρούντολφ Τζουλιάνι, τον πρώην δικηγόρο του προέδρου που έχει πλέον αποβληθεί από τον δικηγορικό σύλλογο.
Η κρατική τηλεόραση της Σερβίας ανέφερε ότι ο Βούτσιτς αρρώστησε ξαφνικά και αναγκάστηκε να διακόψει το ταξίδι του.
Ο σέρβος πρόεδρος δεν παρέλειψε να αναφερθεί σε δύο επισκέψεις του μεγαλύτερου γιου του Τραμπ φέτος. «Μια εγκάρδια συζήτηση με τον Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, γιο του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, σχετικά με τις διμερείς σχέσεις μεταξύ της Σερβίας και των ΗΠΑ», δήλωσε ο σέρβος πρόεδρος μετά από μια συνάντηση στις 11 Μαρτίου.
Τον επόμενο μήνα, δημοσίευσε μια φωτογραφία του να κοιτά ένα ψητό γουρουνόπουλο που θα σερβίριζε στο δείπνο με τον γιο του Τραμπ. Στα μέσα του 2024, χαρακτήρισε την επίσκεψη του Κούσνερ «εμπνευσμένη».
«Είναι πολύ σημαντικό για τον Βούτσιτς να τονίσει πόσο κοντά είναι στον Τραμπ για το εγχώριο κοινό», δήλωσε ο Ιλιτς. «Η συνάντηση με την οικογένεια Τραμπ είναι ό,τι πιο κοντινό στο να συναντήσεις τον ίδιο τον αμερικανό πρόεδρο».
Από το 2013 το θέλει ο Τραμπ
Ηδη από το 2013, ο Ντόναλντ Τραμπ είχε βάλει στο μάτι την τοποθεσία στο Βελιγράδι για την κατασκευή ενός ξενοδοχείου. Η ιδέα επανήλθε κατά την πρώτη θητεία του ως προέδρου.
Ο Γκρένελ, που τότε ήταν ο μεσολαβητής του Τραμπ στις τεταμένες σχέσεις μεταξύ Σερβίας και Κοσσυφοπεδίου, ενθάρρυνε τους σέρβους ηγέτες να εξετάσουν το ενδεχόμενο αναδιαμόρφωσης της τοποθεσίας με αμερικανικές επενδύσεις.
Αφού ο Τραμπ έχασε τις εκλογές το 2020, ο Γκρένελ προέτρεψε τον Κούσνερ να αναλάβει το έργο και έδρασε ως πρώιμος μεσάζων. Ο Γκρένελ συναντήθηκε με τον σέρβο πρόεδρο το 2022 και το 2023 και δημοσίευσε φωτογραφίες του με τον Μάλι στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης το 2021.
Μέχρι τον Μάιο του 2024, η σερβική κυβέρνηση είχε συνάψει συμφωνία με μια εταιρεία συνδεδεμένη με τον Κούσνερ.
Σύμφωνα με ένα προσχέδιο συμφωνίας που εξέτασαν οι New York Times, η κυβέρνηση συμφώνησε να παραχωρήσει στους κατασκευαστές μια 99ετή, δωρεάν μίσθωση που θα μπορούσε να μετατραπεί σε ιδιοκτησία, επίσης δωρεάν.
Σε αντάλλαγμα για τη συνεισφορά του οικοπέδου, η σερβική κυβέρνηση θα λάβει το 22% των κερδών από την ανάπτυξη, σύμφωνα με άτομα που είναι εξοικειωμένα με τη συμφωνία.
Ένας σέρβος υπουργός ευχαρίστησε δημοσίως τον Μάλι για «την ενέργεια και την προσπάθεια που έχει επενδύσει» στο έργο.
Η απειλή της σερβικής ΕΥΠ
Υπήρχε όμως ένα εμπόδιο: το Ινστιτούτο Προστασίας Πολιτιστικών Μνημείων δεν συμφωνούσε.
Η Ντουμπράβκα Τζουκάνοβιτς, αρχιτέκτονας και καθηγήτρια πανεπιστημίου που ηγούνταν του ινστιτούτου, αντιτάχθηκε στην αλλαγή του καθεστώτος προστασίας του χώρου.
Σε συνέντευξή της, δήλωσε ότι το συγκρότημα, το οποίο σχεδιάστηκε από έναν διάσημο σέρβο μοντερνιστή αρχιτέκτονα, θα έπρεπε αντίθετα να ανακαινιστεί και να διατεθεί για δημόσια χρήση.
Τον Ιούνιο του 2024, είπε, κλήθηκε σε συνάντηση με τον Μάλι, τον υπουργό Οικονομικών. Η Ολιβέρα Βούκοβιτς, διευθύντρια ενός άλλου ινστιτούτου της πόλης, κλήθηκε στην ίδια συνάντηση.
Ο Μάλι είχε ένα σαφές μήνυμα, σύμφωνα με το ρεπορτάζ των New York Times: «Υποστηρίξτε το έργο ή παραιτηθείτε».
Η Τζουκάνοβιτς είπε στους NYT ότι παραιτήθηκε αμέσως μετά τη συνάντηση με τον Μάλι, αλλά αρνήθηκε να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες λόγω της έρευνας σε εξέλιξη.
Οταν ο Τραμπ κέρδισε την επανεκλογή του, στις 14 Νοεμβρίου, η σερβική κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι είχε ανακαλέσει το καθεστώς προστασίας του χώρου.
Στο πολιτιστικό ινστιτούτο, η Ζίβκοβιτς, τότε αναπληρώτρια διευθύντρια, είπε ότι το προσωπικό άρχισε αμέσως να εργάζεται πάνω σε μια επιστολή που ανέφερε ότι η κυβέρνηση είχε «παραβιάσει κατάφωρα τον νόμο για την πολιτιστική κληρονομιά».
Αν η κυβέρνηση καταπάτησε τον δικό της νόμο σε αυτή την περίπτωση, η επιστολή ανέφερε ότι «οποιοδήποτε πολιτιστικό αγαθό που ενοχλεί έναν επενδυτή ή αποτελεί πολιτικό ή άλλο εμπόδιο μπορεί να εξαλειφθεί με τον ίδιο τρόπο».
Καθώς ετοιμαζόταν για τη δουλειά στις 7:30 π.μ. στις 18 Νοεμβρίου, η Ζίβκοφ είπε ότι έλαβε ένα τηλεφώνημα από αξιωματικούς της κρατικής Υπηρεσίας Πληροφοριών Ασφαλείας. Την περίμεναν στο ινστιτούτο.
Σε δύο επακόλουθες τηλεφωνικές κλήσεις, είπε, της «συνέστησαν έντονα» να υποχωρήσει. Ατρόμητη, έστειλε την επιστολή -υπογεγραμμένη, όπως είπε, από όλους τους περίπου 50 εμπειρογνώμονες του ινστιτούτου- στην κυβέρνηση και στο υπουργείο Πολιτισμού.
Η Europa Nostra, μια κορυφαία μη κερδοσκοπική οργάνωση πολιτιστικής κληρονομιάς στην Ευρώπη, υιοθέτησε την ίδια στάση, λέγοντας ότι εκατοντάδες εμπειρογνώμονες και πολυάριθμες ομάδες συμφώνησαν ότι η τύχη του χώρου «δεν πρέπει να καθοδηγείται από βραχυπρόθεσμα πολιτικά και/ή εμπορικά συμφέροντα, αλλά από τον σεβασμό του κράτους Δικαίου».
Δεν είναι σαφές αν η επιστολή του προσωπικού του ινστιτούτου ήταν αυτή που προκάλεσε την ποινική έρευνα. Ο διευθυντής του ινστιτούτου τέθηκε προσωρινά υπό κράτηση για ανάκριση και στη συνέχεια κατηγορήθηκε για κατάχρηση εξουσίας στα μέσα Μαΐου. Δεν έχει ακόμη εμφανιστεί στο δικαστήριο.
Ο Ιαν Μπρέκε, ο κορυφαίος δικηγόρος της Affinity Partners, της εταιρείας του Κούσνερ, ταξίδεψε στο Βελιγράδι αμέσως μετά τη δημοσίευση της είδησης.
Σέρβοι αξιωματούχοι τού είπαν ότι η διαμάχη οφείλεται σε ένα απλό διοικητικό λάθος, αλλά η ομάδα του Κούσνερ εξακολουθεί να αξιολογεί την κατάσταση.
Εν τω μεταξύ, η έρευνα του εισαγγελέα έχει προχωρήσει. Η Ζίβκοφ, που είναι πλέον κύρια συντηρήτρια στο ινστιτούτο, είπε ότι της πήραν κατάθεση στα τέλη Μαΐου.
Σύμφωνα με το γραφείο του εισαγγελέα, υπάρχουν άλλα 34 ονόματα στη λίστα για ανάκριση.
