Νέος Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων εξελέγη την Τετάρτη με ευρύτατη πλειοψηφία, ο βουλευτής Α’ Αθηνών της Νέας Δημοκρατίας, Νικήτας Κακλαμάνης.
Συγκεκριμένα, στην ονομαστική ψηφοφορία που διεξήχθη στις 12 το μεσημέρι, σε σύνολο 297 ψηφισάντων, 247 βουλευτές ψήφισαν «ναι», ενώ 50 δήλωσαν «παρών».
Τα 247 «ναι» ήρθαν από τους βουλευτές της Νέας Δημοκρατία, του ΠΑΣΟΚ, του ΣΥΡΙΖΑ, της Ελληνικής Λύσης, τους «Σπαρτιάτες» και την πλειοψηφία των ανεξάρτητων βουλευτών, ενώ τα 50 «παρών» ανήκουν σε εκείνους του ΚΚΕ, της Νίκης, της Νέας Αριστεράς και της Πλεύσης Ελευθερίας. Απουσίαζαν από την ψηφοφορία ο πρόεδρος της Νίκης, Δημήτρης Νατσιός, ο βουλευτής του ιδίου κόμματος, Νικόλαος Βρεττός και η ανεξάρτητη βουλευτής Ραλλία Χρηστίδου.
Στις φωτογραφίες κάτω διαδοχικά, η χειραψία του κ. Κακλαμάνη με τον Πρωθυπουργό, Κυριάκο Μητσοτάκη, τον οποίο και ευχαρίστησε προσωπικά στην ομιλία του, τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, Νίκο Ανδρουλάκη, του ΣΥΡΙΖΑ, Σωκράτη Φάμελλο και τον γενικό γραμματέα της ΚΕ του ΚΚΕ Δημήτρη Κουτσούμπα, όπως επιβάλλουν τα κοινοβουλευτικά ήθη.
Ο ανδριώτης στην καταγωγή Νικήτας Κακλαμάνης είναι ο 14ος Πρόεδρος του κοινοβουλίου και αναλαμβάνει καθήκοντα κατά την εικοστή (Κ’) περίοδο Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας, διαδεχόμενος στο τρίτο τη τάξει πολιτειακό αξίωμα της χώρας, τον παραιτηθέντα –λόγω «μετακόμισης» στο Προεδρικό Μέγαρο– Κωνσταντίνο Τασούλα.
«Η ψήφος σας ένωσε και πάλι το κοινοβούλιο απ’ άκρη σ’ άκρη»
«Σας υπόσχομαι ότι δεν θα μετανιώσετε για την ψήφο σας», ήταν τα πρώτα του λόγια προς τους συναδέλφους του βουλευτές από το προεδρείο της Βουλής. «Η ψήφος σας ένωσε και πάλι το κοινοβούλιο απ’ άκρη σ’ άκρη», θέλησε να υπογραμμίσει.
«(…) Δεν θα μπορούσα ποτέ να διανοηθώ ως μικρό παιδί που κάποτε έπαιρνε το πλοίο από την Ανδρο για να σπουδάσει και να γίνει γιατρός, ότι θα ζούσε σήμερα μια τέτοια κορυφαία στιγμή», ανέφερε στην αρχή της ομιλίας του. Μια στιγμή που, όπως ανέφερε, σηματοδοτεί τον τερματισμό ενός πολιτικού μαραθωνίου δρόμου.
«Για όλα αυτά οφείλω ένα μεγάλο “ευχαριστώ”. (Τόσο σε εσάς, όσο και στον Κυριάκο Μητσοτάκη). Οπως οφείλω και ένα ακόμα πιο μεγάλο “ευχαριστώ” στους Αθηναίους. Στους ανθρώπους που με έζησαν και τους έζησα επί δεκαετίες. Σε αυτούς που εξακολουθούν μέχρι σήμερα να επενδύουν σε μένα με μια ψήφο καρδιάς. Ολη μου η μακρά διαδρομή, από τη νεολαία της ΕΡΕ στα μαθητικά μου χρόνια μέχρι και την ημέρα αυτή, επισφραγίζεται σήμερα για να ολοκληρώσει έναν κύκλο όπου έζησα και έπραξα σύμφωνα με έναν ακλόνητο κώδικα αξιών. Χωρίς εκπτώσεις, χωρίς αναδιπλώσεις, χωρίς “ναι μεν, αλλά”», τόνισε ο Νικήτας Κακλαμάνης στην πρώτη ομιλία του με τη νέα του ιδιότητα.
Κατά τη διάδικασία παράδοσης – παραλαβής της Προεδρίας της Βουλής, ο Νικήτας Κακλαμάνης μίλησε με τα θερμότερα λόγια για τον προκάτοχό του, Κώστα Τασούλα, αλλά και τους εργαζόμενους της Βουλής:
«Χαίρομαι ιδιαιτέρως που διαδέχομαι έναν παλιό φίλο και συνάδελφο, τον Κωνσταντίνο Τασούλα, που έβαλε το στίγμα του ως Πρόεδρος της Βουλής.
»Αγαπητέ μου Κώστα, να σου ευχηθώ ακόμη μεγαλύτερη επιτυχία στο νέο σου ταξίδι ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας», είπε απευθυνόμενος στον απελθόντα Πρόεδρο του κοινοβουλίου.
«Θέλω να σε διαβεβαιώσω ότι όλο αυτά τα ωραία που έχουν ξεκινήσει, θα ολοκληρωθούν, και θα ήθελα να μας κάνεις την τιμή να τα εγκαινιάσεις», συμπλήρωσε, για να υπογραμμίσει χαρακτηριστικά, εμφανώς συγκινημένος, ότι «η Βουλή είναι σαν δεύτερο σπίτι μου, μην σας πω σαν πρώτο σπίτι μου» .
«Η παρουσία μου εδώ είναι πολύ περισσότερο συναισθηματική παρά τυπική. Ο κ. Κακλαμάνης εξελέγη Πρόεδρος της Βουλής επάξια κι αντάξια», τόνισε πό την πλευρά του ο κ. Τασούλας.
Ολόκληρη η ομιλία του νέου Προέδρου της Βουλής άμα τη αναλήψει των καθηκόντων του, έχει ως εξής:
Κύριε Πρόεδρε της Κυβέρνησης, Κυρίες και Κύριοι Πρόεδροι των Κοινοβουλευτικών Ομάδων,
Κυρίες και κύριοι βουλευτές, Αγαπητές και αγαπητοί μου συνάδελφοι,
Είναι μεγάλη η χαρά, η τιμή και η ευθύνη να αναλαμβάνω σήμερα τα καθήκοντα του 14ου κατά σειρά Προέδρου της Βουλής των Ελλήνων. Η ψήφος σας ένωσε και πάλι το κοινοβούλιο απ’ άκρη σ’ άκρη. Η σταθερή, πεισματική πίστη στο πρόσωπό μου όλα αυτά τα χρόνια με συγκινούν βαθιά και αποδεικνύουν ότι η αλήθεια της πορείας και των προθέσεών μου δε διαψεύστηκε ποτέ. Αν γυρνούσα τον χρόνο πίσω στο 1990, όταν εξελέγην για πρώτη φορά βουλευτής της Α’ Αθηνών, δε θα μπορούσα να φανταστώ αυτό που ζω και αισθάνομαι σήμερα. Ακόμα περισσότερο, δεν θα μπορούσα ποτέ να διανοηθώ ως μικρό παιδί που κάποτε έπαιρνε το πλοίο από την Άνδρο για να σπουδάσει και να γίνει γιατρός, ότι θα ζούσε σήμερα μια τέτοια κορυφαία στιγμή. Μια στιγμή που σηματοδοτεί τον τερματισμό ενός πολιτικού μαραθώνιου δρόμου. Για όλα αυτά οφείλω ένα μεγάλο “ευχαριστώ”. (Τόσο σε εσάς, όσο και στον Κυριάκο Μητσοτάκη). Όπως οφείλω και ένα ακόμα πιο μεγάλο “ευχαριστώ” στους Αθηναίους. Στους ανθρώπους που με έζησαν και τους έζησα επί δεκαετίες. Σε αυτούς που εξακολουθούν μέχρι σήμερα να επενδύουν σε μένα με μια ψήφο καρδιάς. Όλη μου η μακρά διαδρομή, από τη νεολαία της ΕΡΕ στα μαθητικά μου χρόνια μέχρι και την ημέρα αυτή, επισφραγίζεται σήμερα για να ολοκληρώσει έναν κύκλο όπου έζησα και έπραξα σύμφωνα με έναν ακλόνητο κώδικα αξιών. Χωρίς εκπτώσεις, χωρίς αναδιπλώσεις, χωρίς “ναι μεν, αλλά”.
Πάντα με οδηγό την πίστη στην Ελλάδα και τους Έλληνες. Πάντα με θάρρος, με αδιαπραγμάτευτο το αίσθημα του δικαίου, με πολλή δουλειά και με απόλυτη συναίσθηση της ευθύνης μου. Αυτό εξάλλου με δίδαξε και το λειτούργημα που επέλεξα να ασκήσω στη ζωή. Αυτό μετέφερα στην πολιτική μου διαδρομή. Και αυτό θα συνεχίσω να κάνω μέχρι το τέλος της.
Όταν πριν από μερικούς μήνες είχα ερωτηθεί τι είναι αυτό που μου λείπει περισσότερο από την κοινοβουλευτική εμπειρία του Προεδρείου, είχα απαντήσει πως “αισθάνομαι σαν πατέρας που του λείπουν τα παιδιά του”. Γι’ αυτό λοιπόν, τώρα που ξαναβρίσκω όλους εσάς από αυτή τη θέση, θέλω να μου επιτρέψετε να σας απευθύνω δυο λόγια “πατρικά”.
Ο καθένας από εμάς που βρίσκεται σήμερα στην αίθουσα αυτή κρατά στα χέρια του δύο πολύτιμα δώρα. Το πρώτο είναι η τιμή και συνάμα το ειδικό βάρος της ψήφου από τον ελληνικό λαό, ο οποίος του έδωσε το δικαίωμα να βρίσκεται σήμερα εδώ. Ένα δικαίωμα που γεννά όχι ίσες, αλλά πολλαπλάσιες υποχρεώσεις απέναντί του.
Το δεύτερο δώρο έχει ταξιδέψει από τα βάθη του χρόνου, μέσα από μια μακραίωνη, περιπετειώδη πορεία για να βρεθεί τελικά στα χέρια μας. Πρόκειται για την Κοινοβουλευτική Δημοκρατία, ως μετεξέλιξη της Αθηναϊκής, την οποία κληθήκαμε εμείς να υπηρετήσουμε. Πριν από εμάς, το ίδιο δώρο, στα ίδια έδρανα ακούμπησαν τα ινδάλματά μας. Τα ιερά τέρατα της πολιτικής από όλες τις παρατάξεις, που κόσμησαν αυτήν την αίθουσα. Και μόνο αυτή η σκέψη αρκεί για να αντιληφθούμε το βάρος της ευθύνης που φέρει η κληρονομιά μας… Είναι αλήθεια πως πολλά έχουν αλλάξει από τότε και σίγουρα θα αλλάξουν ακόμα περισσότερα, όμως ο κινητήρας της Δημοκρατίας εξακολουθεί να τροφοδοτείται από το ίδιο καύσιμο: την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Από αυτή την αφετηρία μεταφέρεται και αντανακλάται στο Κοινοβούλιο.
Γι’ αυτό άλλωστε η Βουλή, ως κορυφαίο πολιτειακό όργανο, δε νοείται ως κάτι μονοσήμαντο ή επιδερμικό. Δεν είναι ένα στείρο νομοθετικό όργανο ή μια πολιτική παλαίστρα, αλλά ένας ζωντανός οργανισμός με διευρυμένη αποστολή και ιδιαίτερη φυσιογνωμία. Υπό αυτή την έννοια το κοινοβουλευτικό σώμα, εκτός της τυπικής του αποστολής, κατέχει και έναν κοινωνικά φορτισμένο ρόλο: αυτόν της διαπαιδαγώγησης.
Γιατί ως “καθρέφτης” αντανακλά το εκλογικό σώμα και την ίδια στιγμή αντανακλάται ως παράδειγμα ήθους και πράξης στον λαό. Εκεί ακριβώς έγκειται και η πολλαπλάσια ευθύνη μας: στη διάπλαση του ατομικού και συλλογικού ήθους μέσα από το δημόσιο παράδειγμά μας.
Η πολιτική ως η «μεγίστη τέχνη» και η «καλλίστη αρετή», κατά τον Σωκράτη, απαιτεί σήμερα από εμάς τις ηθικές και διανοητικές αρετές του Αριστοτέλη: θάρρος, εγκράτεια, προσφορά, μεγαλοψυχία, σύνεση, δικαιοσύνη, σεβασμό. Αυτές είναι οι απαρέγκλιτες αρχές που πρέπει να συγκροτούν το σύγχρονο κοινοβουλευτικό ήθος. Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, είναι ανάγκη να δώσουμε το παράδειγμα, λειτουργώντας ως διαμορφωτές του κοινοβουλευτικού πολιτισμού και κατ’ επέκταση της ελληνικής συνείδησης. Τόσο ο καθένας ξεχωριστά, όσο και συνολικά ως Σώμα, μπορούμε να αναλάβουμε μαζί κοινωνική δράση, πέρα από τα στενά κοινοβουλευτικά μας καθήκοντα. Η Βουλή των Ελλήνων έχει τόσο τη δύναμη, όσο και την υποχρέωση να το πράξει, όπως έκανε και στο παρελθόν. Με κοινές πρωτοβουλίες, με φρέσκες ή δοκιμασμένες ιδέες και με το βλέμμα στραμμένο στη μεγάλη εικόνα της Ελλάδας, μακριά από στεγανά και μικροπολιτικές.
Αλλά πάνω από όλα με ενότητα, γιατί αυτό είναι το ζητούμενο στις παράξενες εποχές που ζούμε. Κάποτε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής είπε πως “η Ιστορία διδάσκει ότι οι Έλληνες ό,τι κερδίζουν στον πόλεμο το χάνουν στην ειρήνη. Παράδειγμα το 1920, το 1940 και τόσα άλλα. Και το χάνουμε γιατί έχουμε την κακή συνήθεια να καθιστούμε τα εθνικά μας θέματα αντικείμενο έντονων πολιτικών ανταγωνισμών, οι οποίοι πολλές φορές παίρνουν τη μορφή της πατριδοκαπηλίας και καταλήγουν σε διχασμούς”. Σήμερα λοιπόν, από τη θέση αυτή, σας προκαλώ ανοιχτά να τον διαψεύσουμε όλοι μαζί. Γιατί αν βλέπατε σε αυτή την αίθουσα αυτό που βλέπω εγώ, θα ήσασταν σίγουροι ότι μπορούμε. Στην αίθουσα αυτή λοιπόν, δεν υπάρχουν νικητές και ηττημένοι, μικροί ή μεγάλοι, γαλάζιοι, πράσινοι, ή κόκκινοι… Υπάρχουν απλώς 300 πρόσωπα που μπορούν να αποτελέσουν πρότυπα για τον ελληνικό λαό.
Αρκεί να το θέλουν. Αρκεί να συνομολογήσουν την πίστη τους στα γνήσια δημοκρατικά ιδεώδη, στην ανθρωπιά, την ακεραιότητα και την φιλοπατρία. Ίσως πείτε πως είμαι ρομαντικός. Όμως προσωπικά, λόγω εμπειρίας, προτιμώ να τάσσομαι στο πλευρό του Καβάφη που έγραφε πως πρέπει “να βλέπουμε κι αθώα κάποτε τα πράγματα, και ήπια”, και όχι “στες ραδιουργίες μας (να) πρέπει να πάμε πάλι —να ξαναπιάσουμε την ανιαρά πολιτική μας πάλη”… Οι καιροί που έρχονται θα γεννήσουν νέες προκλήσεις. Και όλοι εμείς καλούμαστε να αναμετρηθούμε με δυο αράδες από το έργο του μεγάλου Αλεξανδρινού. “Τα μεγαλεία να φοβάσαι, ω ψυχή. Και τες φιλοδοξίες σου να υπερνικήσεις αν δεν μπορείς, με δισταγμό και προφυλάξεις να τες ακολουθείς. Κι όσο εμπροστά προβαίνεις, τόσο εξεταστική, προσεκτική να είσαι”.
Σας ευχαριστώ.
