1251
Οι κεντρικοί πρωταγωνιστές της τηλεοπτικής μεταφοράς του «Γατόπαρδου» από το Netflix | Netflix

Πώς ο «Γατόπαρδος»… ξεμπρόστιασε τις ελίτ

Protagon Team Protagon Team 27 Σεπτεμβρίου 2025, 12:25
Οι κεντρικοί πρωταγωνιστές της τηλεοπτικής μεταφοράς του «Γατόπαρδου» από το Netflix
|Netflix

Πώς ο «Γατόπαρδος»… ξεμπρόστιασε τις ελίτ

Protagon Team Protagon Team 27 Σεπτεμβρίου 2025, 12:25

«Το να πεθαίνεις για κάποιον ή για κάτι είναι απολύτως φυσιολογικό, φυσικά – αλλά το άτομο που πεθαίνει θα πρέπει να γνωρίζει, ή τουλάχιστον να είναι σίγουρο, ότι κάποιος ξέρει για ποιον ή για τι πεθαίνει». Αυτές είναι οι πρώτες γραμμές του μυθιστορήματος του Τζουζέπε Τομάζι ντι Λαμπεντούζα «Ο Γατόπαρδος», που εκδόθηκε το 1958, μόλις έναν χρόνο μετά τον θάνατο του συγγραφέα από καρκίνο.

Τα λόγια ανήκουν στον πρωταγωνιστή του βιβλίου, πρίγκιπα Φαμπρίτσιο, επικεφαλής μιας αριστοκρατικής σικελικής οικογένειας. Τα αναφέρει ενθυμούμενος το πτώμα ενός άγνωστου στρατιώτη που ανακάλυψε κάτω από μια από τις λεμονιές της παραδεισένιας βίλας του. Πρόκειται για μια εικόνα που συνοψίζει το υπαρξιακό πνεύμα του μυθιστορήματος – κάτω από την ομορφιά υπάρχει σήψη, όπως επισημαίνει αφιέρωμα του BBC.

Ο Λαμπεντούζα δεν εξέδωσε κανένα βιβλίο όσο ήταν εν ζωή. Το μοναδικό του μυθιστόρημα καταγράφει τις τύχες της οικογένειας Σαλίνα, με φόντο το «Ριζορτζιμέντο» – ένα κοινωνικό και πολιτικό κίνημα για την ιταλική ενοποίηση, που οδήγησε στη δημιουργία του βασιλείου της Ιταλίας το 1861.

Εκείνη τη χρονική περίοδο, καθώς οι ιδέες της δημοκρατίας, του φιλελευθερισμού και του σοσιαλισμού εξαπλώνονταν σε όλη την Ευρώπη, οι εργάτες εξεγείρονταν κατά των γαιοκτημόνων ευγενών, τους οποίους θεωρούσαν υπεύθυνους για την επιδείνωση των συνθηκών εργασίας και την εκτεταμένη φτώχεια. Η περίοδος των αναταραχών ολοκληρώθηκε το 1870, με την προσάρτηση τμημάτων της ιταλικής χερσονήσου, την ενοποίηση της Ιταλίας και την κατάληψη της Ρώμης.

Στον «Γατόπαρδο», λοιπόν, ο γαιοκτήμονας Φαμπρίτσιο καταστρώνει μια στρατηγική με βάση αυτά που πιστεύει ότι μπορεί να κερδίσει σε αυτή την ταραγμένη για την αριστοκρατία εποχή. Ενορχηστρώνει τον γάμο του γοητευτικού ανιψιού του, Τανκρέντι Φαλκονέρι, με τη νεόπλουτη Αντζέλικα Σεντάρα, ενάντια στις επιθυμίες της κόρης του, Κοντσέτα, η οποία είναι ερωτευμένη με τον Τανκρέντι.

Θεωρούμενο ως ένα από τα σημαντικότερα έργα της ιταλικής λογοτεχνίας, ο «Γατόπαρδος» απολαμβάνει την εκτίμηση ιστορικών και συγγραφέων, όπως ο βρετανός Ε.Μ. Φόστερ. Στον πρόλογο της ημιτελούς αυτοβιογραφίας του Λαμπεντούζα, το 1971, έγραφε: «Σημαίνει τόσα πολλά πράγματα για μένα, που είναι αδύνατο να τον περιγράψω επίσημα. Διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας τη βιογραφία του ανακαλύπτω πόσοι τρόποι υπάρχουν για να ζεις».

Η μόλις δεύτερη διασκευή του μυθιστορήματος στην οθόνη ήταν η φετινή τηλεοπτική σειρά του Netflix. Περισσότερα από 60 χρόνια μετά την αριστουργηματική μεταφορά του στον κινηματογράφο από τον Λουκίνο Βισκόντι, η σειρά παρουσιάζει μια νέα εκδοχή της ιστορικής σημασίας του «Γατόπαρδου», προσαρμοσμένη στον 21ο αιώνα.

Παρά την ιστορική οξυδέρκεια και την επική ερωτική ιστορία στο επίκεντρο, το μυθιστόρημα του Λαμπεντούζα αρχικά δεν συγκίνησε τους ιταλούς εκδότες. Δύο μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι, ο Arnoldo Mondadori Editore και ο Einaudi, είχαν απορρίψει συνοπτικά το χειρόγραφο το 1956. Ο επιδραστικός μοντερνιστής και εκδότης Ελιο Βιτορίνι ισχυριζόταν πως ήταν πολύ «παραδοσιακό» σε σύγκριση με το πειραματικό κίνημα avant-garde που σάρωνε τότε την ιταλική λογοτεχνία.

Οι συντηρητικοί το είχαν απορρίψει γιατί το θεώρησαν προσβλητικό για την Εκκλησία και υπερβολικά κυνικό για την αριστοκρατία, ενώ οι αριστεροί το είχαν σνομπάρει επειδή δεν απεικόνιζε θετικά την εργατική τάξη. Μετά τον θάνατο του Λαμπεντούζα, το βιβλίο του έπεσε στα χέρια της λογοτεχνικής πράκτορος Ελενα Κρότσε και τελικά κατέληξε στο γραφείο του εκδότη Φελτρινέλι.

Το μυθιστόρημα βρήκε ένθερμους επικριτές, ανάμεσά τους τον προαναφερθέντα εκδότη Βιτορίνι και τον αντιφασίστα συγγραφέα Αλμπέρτο ​​Μοραβία. Ωστόσο και οι δυο τους ήταν καχύποπτοι γι’ αυτό που πίστευαν πως ήταν η συντηρητική διάθεση του «Γατόπαρδου», μια δεκαετία μετά την ανατροπή του φασίστα Μπενίτο Μουσολίνι από την ηγεσία, το 1943. Το βιβλίο έπεσε θύμα των πολιτικών ιδεοληψιών που επικρατούσαν στη χώρα.

Σύμφωνα με τους ιστορικούς, η ιταλική ενοποίηση είναι καλυμμένη από μια σειρά μύθων, όπως ότι οι Σικελοί ξύπνησαν μια μέρα και αποφάσισαν να ανατρέψουν το καθεστώς διακυβέρνησής τους. Το νησί είχε κυβερνηθεί από ισπανούς βασιλείς, τον Οίκο της Σαβοΐας, τους αυστριακούς Αψβούργους και τελικά τους ισπανούς Βουρβώνους.

Αλέν Ντελόν και Κλαούντια Καρντινάλε στην κινηματογραφική εκδοχή του «Γατόπαρδου» (1963), σε σκηνοθεσία Λουκίνο Βισκόντι (Facebook/History of Cinema)

Οι τελευταίοι ανέλαβαν την εξουσία το 1816, όταν η Νάπολη και η Σικελία συγχωνεύθηκαν, μετά τους Ναπολεόντειους Πολέμους. Με τη σειρά τους, ανατράπηκαν το 1848, για να επιστρέψουν στην εξουσία 16 μήνες αργότερα. Αρα, ειδικά οι Σικελοί ήταν συνηθισμένοι στις συχνές αλλαγές καθεστώτων, όπως επισημαίνουν στο BBC ιταλοί ιστορικοί.

Στο μυθιστόρημα του Λαμπεντούζα, παρότι οι επαναστάτες έχουν μεγάλες ελπίδες για ριζική αλλαγή, ο πρωταγωνιστής του επιμένει ότι οι μεσαίες τάξεις απλώς θα αντικαταστήσουν τις ανώτερες τάξεις – και, εκ πρώτης όψεως, όλα θα παραμείνουν ως έχουν. Οι κοινωνικές αλλαγές όντως δεν ανέτρεψαν το στάτους κβο, όπως αποτυπώνει και η διαχρονικότερη ατάκα του βιβλίου: «Αν θέλουμε τα πράγματα να παραμείνουν όπως είναι, τα πράγματα θα πρέπει να αλλάξουν».

Αυτά τα φαινόμενα στην Ιταλία δεν διαφέρουν ιδιαίτερα από αντίστοιχα σε όλη την Ευρώπη του 19ου αιώνα. Ο Μπίσμαρκ δεν επιθυμούσε πραγματικά την ενοποίηση της Γερμανίας, υπερασπιζόταν τα συμφέροντα των πρώσων ευγενών και ήταν έτοιμος να δεχθεί συμβιβασμούς. Οι βρετανοί αριστοκράτες της εποχής δεν ήταν ικανοποιημένοι με τις δημοκρατικές αλλαγές, αλλά συνειδητοποίησαν ότι έπρεπε να προσαρμοστούν σε αυτές για να διατηρήσουν το κύρος τους.

Ο «Γατόπαρδος» παραμένει διαχρονικός επειδή μιλάει για τον τρόπο που οι ελίτ επιδιώκουν να διατηρήσουν τις εξουσίες τους. Παρά τις μικρές ιστορικές του ανακρίβειες, ο Λαμπεντούζα αποτύπωσε την ουσία του κλίματος της εποχής. Σε αντίθεση με τα βιβλία γιγάντων της ιστορικής μυθοπλασίας, όπως ο Λέων Τολστόι ή ο Βίκτωρ Ουγκό, ο συγγραφέας πλοηγείται στον ευγενή κόσμο του Φαμπρίτσιο με λιτότητα και δεξιοτεχνικό χιούμορ, σχεδόν έναν αιώνα αργότερα.

Στη μεγάλη, αλλά και στη μικρή οθόνη

Πέντε χρόνια μετά την έκδοσή του, ο «Γατόπαρδος» εδραιώθηκε ως ορόσημο της ιταλικής λογοτεχνίας με τη μεταφορά του στον κινηματογράφο από τον Λουκίνο Βισκόντι – έναν μαρξιστή που, όπως και ο Λαμπεντούζα, καταγόταν από ευγενή οικογένεια. Στην ταινία πρωταγωνιστούν ο τεράστιος Μπαρτ Λάνκαστερ στον ομότιτλο ρόλο του Φαμπρίτσιο και ο αείμνηστος Αλέν Ντελόν στο ρόλο του ανιψιού του, Τανκρέτι.

Η περίφημη ταινία του Βισκόντι διατυπώνει την ίδια κυνική και ταυτόχρονα ελεγειακή άποψη για τα ανώτερα στρώματα της ιταλικής κοινωνία με το βιβλίο του Λαμπεντούζα. Η κοσμοθεωρία του σκηνοθέτη συνάδει με εκείνη του μυθιστορήματος, καθώς και εκείνος είχε πριγκιπικό αίμα – οι πρόγονοί του είχαν κυβερνήσει το Μιλάνο για πάνω από 100 χρόνια.

Η ταινία περιέχει τη διάσημη 25λεπτη σκηνή βαλς στην αίθουσα χορού, που σύμφωνα με τους κριτικούς είναι μια από τις ομορφότερες στην ιστορία του παγκόσμιου σινεμά. Ο Φαμπρίτσιο του Λάνκαστερ έχει μια έμφυτη μελαγχολία, που δίνει ένα ιδιαίτερο χρώμα στο φιλμ. Ο αμερικανός σταρ δεν ήταν η αρχική επιλογή του Βισκόντι για τον ρόλο, αλλά κατέληξε σε αυτόν μετά από εις βάθος έρευνα, που περιλάμβανε συζητήσεις με μέλη της οικογένειας του Λαμπεντούζα.

Παρότι κατέκτησε τον Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ Καννών το 1963, ο «Γατόπαρδος» βρέθηκε στη σκιά ενός άλλου ιταλικού αριστουργήματος εκείνης της χρονιάς, του «8 ½» του Φεντερίκο Φελίνι, που σάρωσε σε εισπράξεις. Αλλά η διαχρονική επιρροή της ταινίας σε σημαντικούς σκηνοθέτες, όπως ο Φράνσις Φορντ Κόπολα και ο Μάρτιν Σκορσέζε, δεν αμφισβητείται. Ο δεύτερος την αναφέρει ως μια από τις αγαπημένες του, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Ζω μαζί της καθημερινά».

Για τους δημιουργούς της τηλεοπτικής σειράς του Netflix ο «Γατόπαρδος» είναι μια ιστορία που συνάδει με τη σύγχρονη εποχή, όπου όλα καταρρέουν. Ο σεναριογράφος και δημιουργός της, Ρίτσαρντ Γουόρλοου, αναφέρει στο BBC ότι η δοκιμασία του Brexit ήταν σαν ένα αντίστροφο Ριζορτζιμέντο, ενώ και οι τωρινές προκλήσεις στην Ευρώπη προκαλούν νέες διαιρέσεις, αντί για ενοποιήσεις.

Προφανώς, η λουσάτη ιστορία του βιβλίου ήταν ένας έξτρα πόλος έλξης για τους δημιουργούς της σειράς, καθώς ορισμένοι κριτικοί τη συγκρίνουν με εξαιρετικά επιτυχημένες σειρές εποχής του Netflix, όπως το «Στέμμα» και το «Μπρίτζερτον». Από την άλλη, οι επιπτώσεις του Ριζορτζιμέντο και των προ 150ετίας γεγονότων με τα οποία καταπιάνεται το μυθιστόρημα εξακολουθούν να στοιχειώνουν την Ιταλία των πολιτικών και οικονομικών διαιρέσεων μεταξύ Βορρά και Νότου.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News

Διαβάστε ακόμη...

Διαβάστε ακόμη...