Το αντίο στον Σαββόπουλο – «Νιόνιο μας, σε αποχαιρετάμε με ένα μεγάλο ευχαριστώ»
Το αντίο στον Σαββόπουλο – «Νιόνιο μας, σε αποχαιρετάμε με ένα μεγάλο ευχαριστώ»
«Ας κρατήσουν οι χοροί», «Συννεφούλα», «Μη μιλάς άλλο για αγάπη», χειροκροτήματα και συγκίνηση. Και πολλά δάκρυα. Ανώνυμοι και επώνυμοι, απλοί άνθρωποι, καλλιτέχνες και πολιτικοί αποχαιρέτησαν τον αγαπημένο τραγουδοποιό, που έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 81 ετών, αφήνοντας πίσω του τεράστια παρακαταθήκη, αλλά και δυσαναπλήρωτο κενό
Σε κλίμα βαθιάς συγκίνησης, πλήθος κόσμου συνέρρευσε το Σάββατο στη Μητρόπολη Αθηνών για να αποχαιρετήσει τον Διονύση Σαββόπουλο, τον σπουδαίο δημιουργό που άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στο ελληνικό τραγούδι και την πολιτιστική ζωή του τόπου.
Ανθρωποι κάθε ηλικίας , γενιές που διαμορφώθηκαν και τραγούδησαν με τη μουσική του, βρέθηκαν εκεί. Κοινός τόπος η αναγνώριση ενός έργου που συνδύασε τη μελωδία με την ποίηση, την ελληνική παράδοση με το σύγχρονο βλέμμα, που καθρεφτίζει τις μεγάλες αλλαγές και τις αντιφάσεις της μεταπολεμικής Ελλάδας.
Χοροστατούντος του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερώνυμου τελέστηκε η εξόδιος ακολουθία, για να ακολουθήσει η ταφή στο Α’ Νεκροταφείο, με την μπάντα του Πολεμικού Ναυτικού να συνοδεύει με μουσικές από τα τραγούδια του. Σε κλίμα συγκίνησης εκφωνήθηκαν οι επικήδειοι και ήταν ένας κι ένας, από αυτόν του Πρωθυπουργού και της Κατερίνας Σακελλαροπούλου, μέχρι εκείνον του Αλκίνοου Ιωαννίδη και του εγγονού του εκλιπόντος.
Αν υπήρξε μια παρασπονδία; Η απουσία της ηγεσίας της Αριστεράς και της Κεντροαριστεράς από την κηδεία. Ούτε ένας από τους αρχηγούς δεν έκανε τον κόπο να πάει, ούτε του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ, ούτε του ΣΥΡΙΖΑ, ούτε της Νέας Αριστεράς, ούτε του ΚΚΕ. Ας είναι. Ο καθένας με τους τρόπους και τις συμπεριφορές του –άλλωστε ο Σαββόπουλος δεν ήταν εκείνος που τραγουδούσε ότι «έρχεται η στιγμή για ν’ αποφασίσεις με ποιους θα πας και ποιους θ’ αφήσεις»;

Το ευχαριστώ του προς όλους όσοι πήγαν στην κηδεία εξέφρασε ο γιος του. «Εμένα ξηλώθηκε να μου πληρώσει την εκπαίδευσή μου, όταν σπούδασα στην Αμερική κι από την άλλη είχε μια πνευματικότητα και αναχωρούσε και πήγαινε στο Πήλιο για εννιά μήνες, είπε ο γιος του, αποχαιρετώντας τον.
«Κατάλαβα το μήνυμα που πήγε να μας περάσει είναι ότι είμαστε αυτό που είμαστε με το σπίτι μας, το αυτοκίνητό μας, τα ρούχα μας, και ταυτόχρονα είμαστε κάτι έξω από αυτό το υλικό, παραδίπλα. Η πνευματική μεριά και η υλική μεριά τρέχουν ταυτόχρονα. Εμείς έχουμε την τάση να τα ξεχνάμε. Αλλά προσπαθούσε να μας πει ότι το άυλο και το υλικό ήταν ταυτόχρονα», ανέφερε.
Ο εγγονός του αποκάλυψε ότι όταν ήταν μικρός, ένιωθε «κόμπο στον λαιμό του από συγκίνηση κάθε φορά που ήμασταν μαζί. Αυτή η συγκίνηση ερχόταν από την αγάπη που λάμβανα».
«Μέσα από όλα, η μελαγχολία μάς κάνει να αγαπάμε και να νιώθουμε ενωμένοι. Η ψυχή σου μένει μαζί μας. Σ’ αγαπώ πολύ», είπε συγκινημένος.
Μητσοτάκης: Η κληρονομιά του κομμάτι της συλλογικής μας μνήμης
«Χρονογράφο του νεοελληνικού ταξιδιού επί μισό αιώνα» χαρακτήρισε ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης τον Διονύση Σαββόπουλο, εκφωνώντας τον επικήδειο λόγο στην εξόδιο ακολουθία του σπουδαίου δημιουργού.
Οπως τόνισε, «η κληρονομιά του δεν αποτελεί μόνο τεράστιο κεφάλαιο της καλλιτεχνικής μας ιστορίας, αλλά και κομμάτι της συλλογικής μας μνήμης».
Ο Σαββόπουλος «συμβάδισε με τη ζωή της χώρας», συνοδεύοντας την ελληνική κοινωνία στις χαρές, αλλά και προειδοποιώντας «στις ανηφόρες», με μια άποψη «ανοιχτή αλλά ποτέ αιχμάλωτη δογμάτων».
«Εφερε το ροκ κοντά στο λαϊκό και το δημώδες», είπε χαρακτηριστικά, σημειώνοντας πως και στο κοινωνικό πεδίο «από τις οραματικές ιδέες της Αριστεράς συναντήθηκε με τον ρεαλισμό της φιλελεύθερης σκέψης».
Στο σημείο αυτό, παρέθεσε στίχους από τον «Άγγελο Εξάγγελο», εξηγώντας ότι τους επέλεξε επειδή αποτελούν «ευθύ και δημόσιο λόγο» που γεφυρώνει «τον ευαίσθητο χώρο της τέχνης με τον πραγματισμό της πολιτικής».
«Η καλλιτεχνική ευαισθησία μπορεί να γίνει πιο περιγραφική και πιο ισχυρή από κάθε πολιτικό επιχείρημα», παρατήρησε .
Χαρακτήρισε τον εκλιπόντα «αιρετικό στα σχόλιά του», τονίζοντας πως δεν αρνήθηκε ποτέ την πρόκληση της αμφισβήτησης, ενώ υπήρξε «πατριώτης που αγαπούσε τον τόπο του ειλικρινά».
Μιλούσε, είπε, «με τη βραχνή φωνή πότε του αφηγητή και πότε του επικριτή κάθε λάθους, του κράτους ή του πολίτη», μετατρέποντας τη στάση του σε «αόρατο συντελεστή στην εξίσωση της Δημοκρατίας».






Παράλληλα, ο κ. Μητσοτάκης επεσήμανε ότι ο Σαββόπουλος δεν δέχθηκε ποτέ δημόσια αξιώματα, στοιχείο που κατά τον ίδιο αποδεικνύει ότι η ενότητα και η κοινότητα των Ελλήνων διαπερνούσαν όχι μόνο το έργο, αλλά και την ίδια του τη στάση ζωής. «Δεν ήταν μόνο η δημόσια συμπεριφορά του που ένωνε την Τέχνη με την πολιτική», ανέφερε, «αλλά και το μήνυμα της συλλογικότητας που διαπερνούσε κάθε του πράξη και δημιουργία».
Ολοκληρώνοντας τον επικήδειο, ο κ. Μητσοτάκης αποχαιρέτησε τον Διονύση Σαββόπουλο «με ένα μεγάλο ευχαριστώ, στο όνομα τόσων γενεών» που σημάδεψε και καθόρισε με το έργο του.
Ο επικήδειος του Πρωθυπουργού
Για τον άνθρωπο και τραγουδοποιό που αποχαιρετούμε σήμερα, θα μιλούν πάντα τα συναισθήματα όλων όσοι ταξίδεψαν με τις νότες και τους στίχους του. Κάτι φυσικό, αφού κατά καιρούς τραγούδησε για τον καθέναν από εμάς.
Προσωπικά, όμως, δεν είμαι εδώ μόνο σαν φίλος και σαν θαυμαστής του, αλλά από χρέος προς έναν μεγάλο Έλληνα που έζησε και περιέγραψε μοναδικά τις περιπέτειες του τόπου του. Τις μεγάλες και τις μικρές εικόνες που γέννησαν, αλλά και τη γεύση που άφησε η εμπειρία τους.
Ο Νιόνιος, άλλωστε, σε όλη του τη ζωή συμβάδισε με τη ζωή της χώρας, δίνοντάς μας ώθηση χαράς στις δύσκολες ανηφόρες, αλλά και προειδοποιώντας στις επικίνδυνες κατηφόρες, έχοντας πάντα τη δική του άποψη για τα πράγματα, ανοιχτή, αλλά ποτέ αιχμάλωτη δογμάτων.
Γι’ αυτό και όπως στη μουσική πέτυχε να φέρει το ροκ κοντά στο έντεχνο, στο λαϊκό και στο δημώδες, έτσι και στο κοινωνικό πεδίο από τις οραματικές ιδέες της αριστεράς συναντήθηκε με τον ρεαλισμό της φιλελεύθερης σκέψης.

Δεν θα κρύψω, λοιπόν, ότι τα λόγια που προσωπικά θα ξεχώριζα από το πλούσιο έργο του είναι αυτά που ο Διονύσης ταίριαξε στον «Άγγελο εξάγγελο». Ίσως γιατί υπήρξαν απόλυτα προφητικά για όσα τελικά ζήσαμε. Πριν από όλα, όμως, γιατί αποτελούν ευθύ και βαθύ δημόσιο λόγο. Κατορθώνουν έτσι κάτι σπάνιο: να γεφυρώσουν τον ευαίσθητο κόσμο της τέχνης με τον πραγματισμό του κόσμου της πολιτικής. Και τι λένε αυτά τα λόγια;
«Τα νέα που μας έφερε ήταν όλα μια ψευτιά/ μα ακούγονταν ευχάριστα στ’ αυτί μας. Γιατί έμοιαζε μ’ αλήθεια η κάθε του ψευτιά/ κι ακούγοντάς τον ησύχαζε η ψυχή μας».
Όταν, ωστόσο, φάνηκε πως «η νύχτα εναλλάσσεται με νύχτα», οι ακροατές τού είπαν εκνευρισμένοι «να φύγει μουδιασμένα». Αφού ο Άγγελος «δεν είχε νέα ευχάριστα να πει/ καλύτερα να μη μας πει κανένα».
Μια απόδειξη πως η καλλιτεχνική ευαισθησία γίνεται, συχνά, πολύ πιο περιγραφική και πολύ πιο ισχυρή από κάθε πολιτικό επιχείρημα.
Καθώς, μάλιστα, ο Διονύσης δεν αρνήθηκε ποτέ την πρόκληση της αμφισβήτησης, έγινε πυροδότης προβληματισμού και στα δύο αυτά επίπεδα: από τη μία πρωτοπόρος στους δρόμους του πενταγράμμου και αιρετικός στα σχόλιά του και από την άλλη ένας πατριώτης που αγαπούσε τον τόπο του ειλικρινά, μιλώντας με τη βραχνή φωνή πότε του γλυκού αφηγητή και πότε του επικριτή κάθε λάθους του κράτους ή του πολίτη, ώστε η στάση του να μετατρέπεται σε έναν αόρατο συντελεστή στην εξίσωση της δημοκρατίας.
Δεν ήταν, πάντως, μόνο η δημόσια συμπεριφορά του Διονύση που νιώθω να ενώνουν στο πρόσωπό του την τέχνη με την πολιτική. Αυτός που, θυμίζω, δεν δέχτηκε ποτέ δημόσιες θέσεις ή αξιώματα. Ήταν και το μήνυμα της ενότητας και της κοινότητας των Ελλήνων, που διέτρεχε το έργο και τη δράση του.
Πάντοτε με «χορούς κυκλωτικούς» και με την αγάπη, όπως έλεγε, να είναι στο τέλος «η μεγάλη ανάσα όλων μας». Αλλά όχι μόνο…
Γιατί όλα τα παραπάνω τα συνόδευε η αίσθηση της ατομικής ευθύνης απέναντι στο σύνολο, κάτι που εξομολογείται τρυφερά ο ίδιος στις τελευταίες λέξεις του αυτοβιογραφικού βιβλίου του.
Γράφει: «ο κόσμος με έχει πικράνει τόσο πολύ, που λέω να τα παρατήσω όλα. Μετά σκέφτομαι πάλι ότι αυτό το επάγγελμα που διάλεξες, μόνος σου το διάλεξες. Ουδείς σε υποχρέωσε. Εσύ αποφάσισες να ζεις με τον κόσμο».
Ένα αντάμωμα που ήταν εξ αρχής το όνειρό του. Ήταν σίγουρα μια απόφαση παντοτινή. Γιατί με τον κόσμο θα ζει ο Σαββόπουλος και στο εξής, ανήκοντας στους λίγους που ενώ ψυχαγωγούν, με τον τρόπο τους μας καθορίζουν.
Έτσι, άλλωστε, διεύρυνε τους ορίζοντες των ήχων και των στίχων, για να καταστεί τελικά ο χρονογράφος του νεοελληνικού ταξιδιού επί μισό και πλέον αιώνα.
Γι’ αυτό και η κληρονομιά του δεν αποτελεί μόνο ένα τεράστιο κεφάλαιο της καλλιτεχνικής μας ιστορίας, αλλά και ένα κομμάτι πλέον της συλλογικής μας μνήμης.
Νιόνιο μας, δεν θα σε αποχαιρετήσω με ένα απλό αντίο, όσο με ένα μεγάλο ευχαριστώ στο όνομα τόσων γενιών που σφράγισε η διαδρομή σου.
Για να σου πω επίσης ότι από αύριο δεν θα υπάρχεις μόνο μέσα από τα τραγούδια σου. Θα σε σκεφτόμαστε κάθε φορά που ένας νέος θα πιάνει μία κιθάρα για να κάνει την αλήθεια του μουσική. Αλλά και σε κάθε συγκυρία που θα μας καλεί να κοιταχτούμε στον εθνικό μας καθρέφτη, με τα καλά μας και τα στραβά μας, για να συμφιλιωθούμε με τους εαυτούς μας.
Πάνω απ’ όλα, όμως, για να διακρίνουμε τις ξεχωριστές αρετές των Ελλήνων, εκείνων που θα «σηκώσουν την ψυχή μας» για να «δώσουν ρεύμα» στην κοινή μας πρόοδο.
«Να γίνουμε αληθινοί», αυτός, άλλωστε, ήταν και ο στόχος σου ξεκινώντας από τη Θεσσαλονίκη.
Μία παρακαταθήκη που αξίζει να μας οδηγεί και για την οποία, μαζί με το τεράστιο μουσικό σου έργο, θα νιώθουν σίγουρα υπερήφανοι η αγαπημένη σου Άσπα, τα παιδιά σου και τα εγγόνια σου.
Σακελλαροπούλου: Τραγούδησες για εμάς, το έθνος, τον λαό και την ιστορία
«Τραγούδησες για εμάς, το έθνος, τον λαό και την ιστορία, την παράδοση και το μοντέρνο, τη σύνδεση Ανατολής και Δύσης», τόνισε στον η τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κατερίνα Σακελλαροπούλου.
«Το έργο σου δεν είναι μόνο μια μουσικά αποτυπωμένη ιστορία του τόπου μας», είπε, λέγοντας ότι έγινε, ήταν και παρέμεινε αληθινός μέχρι τέλους, όπως υποσχέθηκε όταν άφησε τη Θεσσαλονίκη. «Δεν σύρθηκες από το κοινό σου, ήσουν πάντα μπροστά ακόμη και απέναντί του», είπε, προσθέτοντας ότι στάθηκε όρθιος με αξιοπρέπεια, με το κεφάλι ψηλά, με την Ασπα, τη σύζυγό του, πάντα δίπλα του.
«Και ήρθαν τα χρόνια τα τελευταία, της ασθένειας με τις φιλόξενες βραδιές, τους φίλους και τις αναμνήσεις, την πληρότητα της ζωής και την πίστη σου όλα είναι εδώ, τίποτα δεν χάνεται. Θα σου την προσέχουμε την Ασπα, να είσαι σίγουρος. Καλό ταξίδι Διονύση αγαπημένε», κατέληξε.
Φασουλής: Καλή αντάμωση στο περιβόλι του ουρανού σου
«Αφήνεις ένα ελληνικό τραγούδι πάμπλουτο. Το αγάπησες πολύ», είπε ο Σταμάτης Φασουλής, προσθέτοντας ότι μετέφερε τη ζωή στο τραγούδι. «Επαιρνε το τίποτα και το έκανε άπαν», πρόσθεσε.
Συγκινημένος ο ηθοποιός ανέφερε ότι δεν θέλει να κλάψει. «Δεν θα σου πω αντίο, θα σου πω καλή αντάμωση στο περιβόλι του ουρανού σου», είπε.
Σκαμπαρδώνης: Η μητέρα πόλη σε αποχαιρετά
«Αγαπητέ Διονύση, έρχομαι από τη Θεσσαλονίκη και σου μεταφέρω την οδύνη και τον σεβασμό της», ανέφερε ο συγγραφέας Γιώργος Σκαμπαρδώνης, από την πλευρά του.
«Η μητέρα πόλη σε αποχαιρετά. Με τα ανεμισμένα της κάστρα που έψαλες, τα καΐκια, τα βεγγαλικά, τις χορωδίες, το πλήθος που βλέπει οπτασίες. Η γειτονιά σου η Ανάληψη σου γνέφει. Εκεί κοντά που είδες για πρώτη φορά τον Τσιτσάνη να κρατάει ένα μικρό βιολί και να πετάει δέκα πόντους πάνω από το έδαφος. Οι παλιοί σου φίλοι, ο Μπάμπης ο Καλλιπολίτης, ο Τάκης ο Σιμώτας, οι παδικοί σου φίλοι σε πικροχαιρετούν», ανέφερε συγκινημένος.
«Οι πνευματικοί γονείς είναι οι πιο αγαπημένοι», είπε ο συγγραφέας, σημειώνοντας ότι ο Διονύσης Σαββόπουλος έφτασε στην Αθήνα με προϋποθέσεις στο μείον άπειρο και μπόρεσε και έφτιαξε ένα τόσο μεγάλο έργο.
Αλκίνοος Ιωαννίδης: Φεύγεις γιορτινός και αιώνιος
«Σου άρεσαν οι γιορτές, τα μπουλούκια, τα συμπόσια, τα πανηγύρια. Τα χαιρόσουν», είπε ο Αλκίνοος Ιωαννίδης, ενθυμούμενος ότι η πρώτη συναυλία που πήγε, ως παιδί στη Λευκωσία, ήταν του Διονύση Σαββόπουλου, όταν κανείς δεν υπήρχε.
«Μας ανέθρεψες, μας στήριξες, μας ελευθέρωσες. Μαζί με τους αγαπημένους σου δασκάλους, τον Μάνο Χατζηδάκη και τον Τσιτσάνη, ανέδειξες το πολύτιμο, ανέβασες το επίπεδο της χώρας συλλογικά και το επίπεδο του καθενός».
Επικαλούμενος τον αδερφό του, που του είπε ότι «ο Σαββόπουλος καταργεί το πένθος», αναρωτήθηκε: «Γιατί έκλαψα τόσο; Για ποιον; Για σένα ή για μένα;».
Παράλληλα, αναφέρθηκε στις αντιφάσεις του, λέγοντας ότι ήταν ένας ασκητής με ακριβά γούστα, ένας αμήχανος σοφός. «Δεν ξέραμε πότε ήσουν ρόλος και πότε ο εαυτός σου».
«Μόνο ένας απείθαρχος θα μπορούσε να φτάσει εκεί που έφτασες. Θέλαμε να σε εξηγήσουμε, ήσουν ανεξήγητος. Στην τελευταία σου συναυλία ήσουν πιο ευάλωτος και πιο σίγουρος από ποτέ», είπε.
«Φεύγεις γιορτινός και αιώνιος αφήνοντάς μας τα ανεκτίμητα δώρα του περάσματός σου από τη γη», κατέληξε.
Γαλάνη: Αιώνια κληρονομιά μας το έργο σου
«Εχουν γράψει κι έχουν πει για σένα πανέμορφα πράγματα. Λόγια ψυχής. Τελικά κατάφερες και μας έκανες όλους ποιητές και ενωμένους. Πραγματικά ο κόσμος τα έχει πει όλα. Τα νιώθει όλα. Και πώς αλλιώς θα ήταν άλλωστε, αφού μας έχεις δώσει τέτοια δώρα. Θέλουμε με κάποιο τρόπο να σου ανταποδώσουμε αυτό το μεγάλο ευχαριστώ», είπε η Δήμητρα Γαλάνη.
«Το έργο σου είναι και θα είναι πάντα ολοζώντανο, νέο, αιώνια κληρονομιά μας. Εσύ θα λείπεις, θα μου λείπεις. Γιατί είσαι τόσο βαθιά ριζωμένος μέσα μου. Γιατί ο λόγος σου ήταν το πιο φωτεινό μονοπάτι της ζωής μου. Γιατί ήμουν εκεί στα γλέντια μας με τις κιθάρες και τα τραγούδια. Γιατί κρεμόμουν από το στόμα σου κάθε φορά που θα μιλούσες. Γιατί έφηβη στεκόμουν στην ουρά για να πάρω τον καινούριο σου δίσκο.
Ξεκουράσου Διονύση, ήξερες ακριβώς τι θα παίξεις για τα παιδιά που θα έρθουν και θα κατανοούν όλο και καλύτερα την πολύτιμη λέξη σου για να μαθαίνουν πού πατούν και πού πηγαίνουν. Ποια είναι η ταυτότητά τους και για ποιο λόγο θα πρέπει να συνεχίσουν να αγαπούν και να είναι υπερήφανοι γι’ αυτή τη γλώσσα, τον πολιτισμό, την ταλαίπωρη πατρίδα».
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
